23/4/10
21/4/10
12/4/10
9/4/10
8/4/10
6/4/10
5/4/10
Μπερτολτ Μπρεχτ.
AΛΛAΞE TON KOΣMO: TO ‘XEI ANAΓKH
Mε ποιον δε θα καθόταν ο Δίκαιος
αν ήτανε να βοηθήσει έτσι το Δίκιο;
Ποιο γιατρικό θα ‘ταν πολύ πικρό
για τον ετοιμοθάνατο;
Tι βρωμιά δε θα ‘κανες
τη βρωμιά για να τσακίσεις;
Aν επιτέλους μπορούσες τον κόσμο ν’ αλλάξεις,
δεν θα καταδεχόσουν να το κάνεις;
Ποιος είσαι;
Bυθίσου στο βούρκο αγκάλιασε το φονιά,
όμως άλλαξε τον κόσμο: το ‘χει ανάγκη.
AΝ ΜΕΙΝΟΥΝΕ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ
Aν μείνουνε τα πράγματα όπως είναι,
είσαστε χαμένοι.
Φίλος σας είναι η αλλαγή
η αντίφαση είναι σύμμαχός σας.
Aπό το Tίποτα
Πρέπει κάτι να κάνετε, μα οι δυνατοί
πρέπει να γινούνε τίποτα.
Aυτό που έχετε, απαρνηθείτε το
και πάρτε αυτό που σας αρνιούνται.
EPΩTHΣEIΣ KI AΠOKPIΣEIΣ
Mπορεί η αλήθεια νάν’ θνητή, το ψέμα αθάνατο;»
«Έτσι δείχνουν όλα».
«Πού είδες, η αδικία να μη ξεμασκαρεύεται χρόνους και καιρούς;».
«Eδώ».
«Mα ξέρεις κάποιον που η βία να του ‘χει φέρει τύχη;»
«Kαι ποιος δεν ξέρει;»
«Tότε ποιος μπορεί, σ’ έναν τέτοιο κόσμο, να τσακίσει τον τύραννο;».
«Eσύ».
Ο Θεός του Πολέμου - Μπ.Μπ.
Ο Θεός του Πολέμου
Είδα τον παλιό θεό του πολέμου να στέκει μέσα σ’ ένα βάλτο ανάμεσα σε μια χαράδρα κι ένα βράχινο τοίχο.
Βρωμούσε τζάμπα μπίρα και φορμόλη και σ’ εφήβους έδειχνε τ’ αρχίδια του,
γιατί τον είχαν ξανανιώσει κάποιοι προφεσόροι. Διακήρυχνε με τη βραχνή φωνή του λύκου τον έρωτά του για καθετί νεαρό.
Δίπλα του στεκόταν μια έγκυος γυναίκα κι έτρεμε.
Κι αδιάντροπα συνέχιζε το κήρυγμά του, όπου τον εαυτό του παρουσίαζε
σαν τον μεγάλο άνθρωπο της τάξης. Και περιέγραφε το πως παντού έβαζε στους αχυρώνες τάξη αδειάζοντάς τους.
Η φωνή του πότε ήτανε δυνατή και πότε σιγανή, πάντα βραχνή όμως.
Με δυνατότερη φωνή μιλούσε για τις μεγάλες εποχές που θα ‘ρθουν
και με τη σιγανότερη φωνή δίδασκε τις γυναίκες πώς να μαγειρεύουν γλάρους και κοράκια.
Την ίδια ώρα η πλάτη του ανήσυχη ήταν κι όλο πίσω γυρνούσε να κοιτάξει,
λες και φοβόταν κάποια μαχαιριά.
Και κάθε πέντε λεπτά βεβαίωνε το κοινό του πως θα τους πάρει πολύ λίγο από το χρόνο τους.
Βρωμούσε τζάμπα μπίρα και φορμόλη και σ’ εφήβους έδειχνε τ’ αρχίδια του,
γιατί τον είχαν ξανανιώσει κάποιοι προφεσόροι. Διακήρυχνε με τη βραχνή φωνή του λύκου τον έρωτά του για καθετί νεαρό.
Δίπλα του στεκόταν μια έγκυος γυναίκα κι έτρεμε.
Κι αδιάντροπα συνέχιζε το κήρυγμά του, όπου τον εαυτό του παρουσίαζε
σαν τον μεγάλο άνθρωπο της τάξης. Και περιέγραφε το πως παντού έβαζε στους αχυρώνες τάξη αδειάζοντάς τους.
Η φωνή του πότε ήτανε δυνατή και πότε σιγανή, πάντα βραχνή όμως.
Με δυνατότερη φωνή μιλούσε για τις μεγάλες εποχές που θα ‘ρθουν
και με τη σιγανότερη φωνή δίδασκε τις γυναίκες πώς να μαγειρεύουν γλάρους και κοράκια.
Την ίδια ώρα η πλάτη του ανήσυχη ήταν κι όλο πίσω γυρνούσε να κοιτάξει,
λες και φοβόταν κάποια μαχαιριά.
Και κάθε πέντε λεπτά βεβαίωνε το κοινό του πως θα τους πάρει πολύ λίγο από το χρόνο τους.
Για τον φτωχό Μπ .Μπ. - Μπ.Μπ.
Για τον φτωχό Μπ .Μπ.
Εγώ, ο Μπέρτολτ Μπρεχτ , είμαι από τα Μαύρα Δάση.
Η μάνα μου στις πολιτείες με κουβάλησε
σαν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της. Και των δασών η παγωνιά
μέσα μου θα ‘ναι ως το θάνατό μου.
Η μάνα μου στις πολιτείες με κουβάλησε
σαν ήμουν ακόμα στην κοιλιά της. Και των δασών η παγωνιά
μέσα μου θα ‘ναι ως το θάνατό μου.
Έχω το σπίτι μου στην πολιτεία της ασφάλτου
φορτωμένος από την αρχή μ’ όλα τα μυστήρια του θανάτου,
μ’ εφημερίδες, με καπνό και με ρακί.
Καχύποπτος και τεμπέλης κι ευχαριστημένος τελικά.
φορτωμένος από την αρχή μ’ όλα τα μυστήρια του θανάτου,
μ’ εφημερίδες, με καπνό και με ρακί.
Καχύποπτος και τεμπέλης κι ευχαριστημένος τελικά.
Φέρνομαι φιλικά στους ανθρώπους. Φορώ
καθώς το συνηθίζουν ένα σκληρό καπέλο.
Λέω: είναι ζώα που μυρίζουν τελείως ιδιόμορφα
και λέω πάλι:δε βαριέσαι έχω κι εγώ την ίδια μυρουδιά.
καθώς το συνηθίζουν ένα σκληρό καπέλο.
Λέω: είναι ζώα που μυρίζουν τελείως ιδιόμορφα
και λέω πάλι:δε βαριέσαι έχω κι εγώ την ίδια μυρουδιά.
Στις άδειες κουνιστές πολυθρόνες μου καθίζω
το πρωί κάτι γυναίκες καμιά φορά
τις κοιτάω ξένοιαστα και λέω:
Καθόλου μην ποντάρετε σ’ αυτόν που τώρα σας κοιτά.
το πρωί κάτι γυναίκες καμιά φορά
τις κοιτάω ξένοιαστα και λέω:
Καθόλου μην ποντάρετε σ’ αυτόν που τώρα σας κοιτά.
Κοντά το βράδυ μαζεύω γύρω μου τα παιδιά
λέμε ο ένας τον άλλον «τζέντλεμαν»
ακουμπάνε στο τραπέζι μου τα πόδια
και λένε: Θα δούμε μέρες πιο καλές. Κι εγώ πότε δε ρωτώ.
λέμε ο ένας τον άλλον «τζέντλεμαν»
ακουμπάνε στο τραπέζι μου τα πόδια
και λένε: Θα δούμε μέρες πιο καλές. Κι εγώ πότε δε ρωτώ.
Το πρωί στο γκρίζο χάραμα κατουράνε τα έλατα
και τα ζωύφιά τους, τα πουλιά αρχίζουν να φωνάζουν.
Κείνη την ώρα αδειάζω το ποτήρι μου στην πόλη,
πετάω τ’ αποτσίγαρό μου κι ανήσυχος κοιμάμαι.
και τα ζωύφιά τους, τα πουλιά αρχίζουν να φωνάζουν.
Κείνη την ώρα αδειάζω το ποτήρι μου στην πόλη,
πετάω τ’ αποτσίγαρό μου κι ανήσυχος κοιμάμαι.
Καθόμασταν μια ελαφρόμυαλη γενιά
σε σπίτια που λογίζονταν αγκρέμιστα
(έτσι χτίσαμε τα μακριά σπίτια της νήσου Μανχάταν
και τις λεπτές κεραίες που στηρίζουν τον Ατλαντικό.)
σε σπίτια που λογίζονταν αγκρέμιστα
(έτσι χτίσαμε τα μακριά σπίτια της νήσου Μανχάταν
και τις λεπτές κεραίες που στηρίζουν τον Ατλαντικό.)
Απ’ αυτές τις πολιτείες θ’ απομείνει
εκείνος που διάβηκε από μέσα τους: ο άνεμος!
Δίνει χαρά το σπίτι σ’ αυτόν που τρώει:τ’ αδειάζει.
Ξέρουμε ότι είμαστε περαστικοί
κι ότι μετά από μας τίποτα αξιόλογο δε θα ‘ρθει.
εκείνος που διάβηκε από μέσα τους: ο άνεμος!
Δίνει χαρά το σπίτι σ’ αυτόν που τρώει:τ’ αδειάζει.
Ξέρουμε ότι είμαστε περαστικοί
κι ότι μετά από μας τίποτα αξιόλογο δε θα ‘ρθει.
Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται να ‘ρθουν,
να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου απ’ την πίκρα να μου σβήσει.
Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ από τα Μαύρα Δάση,
ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου, μέσα στη μάνα μου,
σε πρώιμη εποχή!
να μην αφήσω τη Βιρτζίνιά μου απ’ την πίκρα να μου σβήσει.
Εγώ ο Μπέρτολτ Μπρεχτ από τα Μαύρα Δάση,
ξερασμένος στις πολιτείες της ασφάλτου, μέσα στη μάνα μου,
σε πρώιμη εποχή!
Ύμνος στο Θεό - Μπ.Μπρεχτ
Ύμνος στο Θεό
Βαθιά στις σκοτεινές κοιλάδες πεθαίνουνε οι πεινασμένοι.
Αλλά εσύ τους δείχνεις το ψωμί και τους αφήνεις να πεθαίνουν.
Εσύ έχεις θρονιαστεί αιώνιος κι αόρατος
κι αστράφτεις ανελέητος πάνω απ’ το αιώνιο Σχέδιό σου.
Αλλά εσύ τους δείχνεις το ψωμί και τους αφήνεις να πεθαίνουν.
Εσύ έχεις θρονιαστεί αιώνιος κι αόρατος
κι αστράφτεις ανελέητος πάνω απ’ το αιώνιο Σχέδιό σου.
Άφησες να πεθάνουνε οι νέοι κι οι χαροκόποι
μα αυτούς που θέλουν να πεθάνουν, δεν τους άφησες.
Πολλοί από κείνους που τώρα έχουνε σαπίσει
πιστεύανε σε σένα και πεθάναν γεμάτοι εμπιστοσύνη.
μα αυτούς που θέλουν να πεθάνουν, δεν τους άφησες.
Πολλοί από κείνους που τώρα έχουνε σαπίσει
πιστεύανε σε σένα και πεθάναν γεμάτοι εμπιστοσύνη.
Άφησες τους φτωχούς φτωχοί να μείνουνε χρόνια και χρόνια
γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου.
Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου
πεθάνανε μακάριοι, όμως και σαπίσαν παρευθύς.
γιατί ήτανε οι πόθοι τους πιο όμορφοι απ’ τον Παράδεισό σου.
Πεθάνανε, αλίμονο, πριν δουν το φως σου
πεθάνανε μακάριοι, όμως και σαπίσαν παρευθύς.
Λένε πολλοί πως δεν υπάρχεις και τόσο το καλύτερο.
Μα πώς μπορεί να μην υπάρχει αυτό που μπορεί έτσι να ξεγελά;
Αφού τόσοι και τόσοι ζούνε από σένα και δεν μπορούν
χωρίς εσένα να πεθάνουν
πες μου, τι σημασία έχει τ’ ότι δεν υπάρχεις;
Μα πώς μπορεί να μην υπάρχει αυτό που μπορεί έτσι να ξεγελά;
Αφού τόσοι και τόσοι ζούνε από σένα και δεν μπορούν
χωρίς εσένα να πεθάνουν
πες μου, τι σημασία έχει τ’ ότι δεν υπάρχεις;
29/3/10
Απάντηση Καραισκάκη στον Μαχμουτ πασιά Σκοδρα.
«Με λέγουν Μαχμούτ πασιά Σκόδρα,. Είμαι πιστός, είμαι τίμιος. Το στράτευμά μου το περισσότερον σύγκειται από χριστιανούς. Εδιορίσθην από τον Σουλτάνον να ησυχάσω τους λαούς. Δεν θέλω να χύσω αίμα. Μη γένοιτο. Όποιος θέλει να είναι με εμένα, πρέπει να είναι πλησίον μου. Όποιος δεν θέλει ας καρτερεί τον πόλεμό μου. Δέκα πέντε ημέραις σας δίδω καιρόν να σκεφτείτε».
Ο Καραϊσκάκης απάντησε:«Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω κι αν έρθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω».
Ο Καραϊσκάκης απάντησε:«Μου γράφεις ένα μπουγιουρντί, λέγεις να προσκυνήσω κι εγώ, πασά μου, ρώτησα τον πούτζον μου τον ίδιον κι αυτός μου αποκρίθηκε να μην σε προσκυνήσω κι αν έρθεις κατ’ επάνω μου, ευθύς να πολεμήσω».
27/3/10
26/3/10
Απόσπασμα από Ε. Ράουτερ, Η κατασκευή υπηκόων, Μόναχο, 1971.
«Όταν οι πρώτοι άνθρωποι πλούτισαν αρκετά ώστε να μπορέσουν να συγκροτήσουν μία συμμορία για την καταπίεση και την εκμετάλλευση των άλλων, γεννήθηκε αυτό που ονομάζουμε σήμερα κράτος.
Το κράτος είναι η μετεξέλιξη μίας συμμορίας από μπράβους. Οι νόμοι είναι η μετεξέλιξη ενός καταλόγου με τις επιθυμίες των πλούσιων δουλοκτητών.
Το κράτος διευκολύνεται στη διακυβέρνηση αυτού του νέου είδους υπηκόων χάρη σε δύο εξελίξεις :
Η πρώτη είναι ότι ο μηχανισμός της ποδηγέτησης γίνεται όλο και πιο πολύπλοκος και αδιαφανής για τους ποδηγετούμενους,
Η δεύτερη είναι η εξέλιξη των δημοσίων πηγών πληροφοριών στις τελευταίες δεκαετίες. Με αυτόν τον πανταχού παρόντα μηχανισμό των πληροφοριών και την επιρροή των σχολείων στους απροστάτευτους εγκεφάλους των ανήλικων μελών του πληθυσμού, μπορεί κανείς να εξαπατήσει ακόμα και έξυπνους ανθρώπους, σε βαθμό που να πανηγυρίζουν για την ίδια τη θανατική καταδίκη τους.»
Το κράτος είναι η μετεξέλιξη μίας συμμορίας από μπράβους. Οι νόμοι είναι η μετεξέλιξη ενός καταλόγου με τις επιθυμίες των πλούσιων δουλοκτητών.
Το κράτος διευκολύνεται στη διακυβέρνηση αυτού του νέου είδους υπηκόων χάρη σε δύο εξελίξεις :
Η πρώτη είναι ότι ο μηχανισμός της ποδηγέτησης γίνεται όλο και πιο πολύπλοκος και αδιαφανής για τους ποδηγετούμενους,
Η δεύτερη είναι η εξέλιξη των δημοσίων πηγών πληροφοριών στις τελευταίες δεκαετίες. Με αυτόν τον πανταχού παρόντα μηχανισμό των πληροφοριών και την επιρροή των σχολείων στους απροστάτευτους εγκεφάλους των ανήλικων μελών του πληθυσμού, μπορεί κανείς να εξαπατήσει ακόμα και έξυπνους ανθρώπους, σε βαθμό που να πανηγυρίζουν για την ίδια τη θανατική καταδίκη τους.»
Ε. Ράουτερ, Η κατασκευή υπηκόων, Μόναχο, 1971.
ΜΠΕΡΤΟΛΤ ΜΠΡΕΧΤ : ΣΤΙΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Βουρτισε το σακακι
βουρτσισ το δυο φορες!
οταν το βουρτσισμα τελειωσεις
μενει μια πατσαβουρα καθαρη.
Μαγειρευε ολο φροντιδα
μη λυπηθεις κανενα κοπο !
σαν η δεκαρα λειπει
σκετο νερακι ειναι η σουπα.
Δουλευε,δουλευε ακομα πιο πολυ
κανε οικονομια ,μοιραζε τα πιο καλα !
λογαριαζε λογαριαζε μ ακριβεια !
σαν η δεκαρα λειπει
τιποτα δεν μπορεις να κανεις
ο,τι παντα κι αν κανεις
ποτε αρκετο δε θα ναι
η κατασταση σου ειναι ασκημη
κι ακομα πιο ασκημη θα γινει
δεν παει ετσι αλλο πια
αλλα η διεξοδος πια ειναι ?
Σαν την καρακαξα ,που αλλο
που αλλο δεν μπορει πια τα μικρα της να ταιζει
ανισχυρη μπροστα στη χιονοθυελλα του χειμωνα
και δεν βλεπει διεξοδο καμμια και στο μοιρολοι το ριχνει
ετσι και συ δε βλεπεις διεξοδο καμια
και αρχινας το μοιρολοι.
Οτι παντα κι αν κανεις
ποτε αρκετο δε θα ναι
η κατασταση σου ειναι ασκημη
κι ακομα πιο ασκημη θα γινει
δεν παει ετσι αλλο πια
αλλα η διεξοδος ποια ειναι?
Τζαμπα δουλευετε και δε λυπαστε κοπους
για ν αναπληρωσετε αυτο που δεν μπορει να αναπληρωθει
και να προκανετε αυτο που κανενας να προκανει δε μπορει
σαν η δεκαρα λειπει ,καμια δουλεια δεν ειναι αρκετη
το ζητημα για το κρεας ,που σας λειπει στην κουζινα
δεν προκειται μες στην κουζινα να κριθει
οτι κι αν κανετε
ποτε αρκετο δε θα ναι
η κατασταση σας ειναι ασκημη
κι ακομα πιο ασκημη θα γινει
δεν παει ετσι αλλο πια
αλλα η διεξοδος πια ειναι ?
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
