7/12/15

η σεξουαλική επανάσταση.


η σεξουαλική επανάσταση.

Βασίλης Ραφαηλίδης, 
Κείμενα στο ΕΘΝΟΣ [έκδοση Θεωρία και Ιδέες, 1985, τόμος Β', σελίδες 101-106. 
Το άρθρο γράφτηκε στις 8-7-1984].


Έλεγε ο σοφός ανατολίτης Νασρεντίν Χότζα "Είναι προτιμότερο να μαδάς κάθε μέρα απ' το κεφάλι της μάνας σου δέκα τρίχες παρά να αφήνεις αβοήθητη τη φύση". Είναι φανερό πως ο μυθικός φιλόσοφος-χότζας επιχειρεί εδώ μια σύγκριση ανάμεσα στη μάνα και τη "μάνα-φύση" και παίρνει τη μεριά της δεύτερης, γιατί αυτή, σαν "έννοια είδους" περιέχει και γεννάει την πρώτη: Αν δεν υπήρχε η μάνα-φύση δεν θα υπήρχε ούτε η μάνα μου, συνεπώς ούτε κι εγώ. Και ξερριζώνοντάς της τα μαλλιά, όπως συνιστά ο κυνικός Νασρεντίν Χότζα, της... δίνω να καταλάβει πως η μητρότητα είναι πριν απ' το κάθε τι μια φυσική λειτουργία που διαιωνίζει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Κι αν η μάνα μου μου "χάρισε τη ζωή" δεν πρέπει να ξεχνάει ότι μου χάρισε ταυτόχρονα και το θάνατο — κι αυτό σημαίνει πως αυτό που μου χάρισε το πήρε πίσω, ακριβώς τη στιγμή που μου το χάριζε. Συνεπώς δεν μου χάρισε τίποτα.

Απλώς, έκανε το καθήκον της απέναντι στη φύση και την κοινωνία, μπαίνοντας στην υπηρεσία της αναπαραγωγής και της συντήρησης της φύσης, συνεπώς και του ανθρώπου που αποτελεί παραπέρα εξέλιξη της φύσης — αν και υπάρχουν άνθρωποι τόσο... φυσικοί (και φυτικοί) που ελάχιστα διαφέρουν απ' τα φυτά της φύσης.

Ο πολιτισμός ορίζεται σαν η ακατάπαυστη προσπάθεια του ανθρώπου να διαφοροποιηθεί απ' τη φύση και να την ελέγξει σύμφωνα με τις επιταγές ηθικών, λογικών, και αισθητικών κωδίκων, οι οποίοι ξεκινώντας από πραχτικές-φυσικές ανάγκες επιδρούν πάνω στο "φυσικό" μετατρέποντας το σε "πολιτισμικό", που με τη σειρά του επιδρά πάνω στο "φυσικό", κι έτσι στον αιώνα τον άπαντα. Το"φυσικό" και το "πολιτισμικό" βρίσκονται σε μια αδιάκοπη διαλεκτική σχέση και κάθε προσπάθεια αποχωρισμού τους είναι μια βάναυση όσο και άσκοπη επέμβαση στη "διαλεκτική της φύσης" όπως θα έλεγε ο Ένγκελς.

Βέβαια, ο Νασρεντίν Χότζα που λέγαμε δεν γνωρίζει διαλεκτική, και πολύ περισσότερο δεν γνωρίζει ... μαρξισμό. Πράγμα που δεν τον εμποδίζει να γνωρίζει αυτό που ποτέ δεν κατάφεραν να μάθουν κάποιοι διαπρύσιοι κήρυκες του "φυσικού" και της "φυσικότητας" που μας πρήξαν με τα πονηρά κηρύγματα τους για "επιστροφή στη φύση", χωρίς να αναλογίζονται τις λογικές και πραχτικές συνέπειες αυτής της ρητορικής διακήρυξης: Επιστροφή στη φύση σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση του ζώου, από κει στην κατάσταση του φυτού, από κει στην κατάσταση της αμοιβάδας και, τέλος, πήδημα στην κατάσταση της ανόργανης ύλης.
Και, βέβαια, δεν είναι "επιστροφή στη φύση" το κουβάλημα στην εξοχή του ψυγείου, του μίξερ, του τρανζίστορ, της τηλεόρασης και των άλλων προϊόντων της επιστήμης και της τεχνολογίας. Είναι εισβολή στη φύση του πολιτισμού — και μια προσπάθεια παραπέρα μετατροπής του "φυσικού" σε "πολιτισμικό". Όποιος τολμάει ας επιστρέψει στη φύση ολόγυμνος, όπως τον έκανε η φύση (ο λαός λέει: όπως τον γέννησε η μάνα του) και θα δεις για πότε θα επιστρέψει στον πολιτισμό τρέχοντας, πρώτα πρώτα για να φάει... κονσέρβα που θα την αγοράσει από το πλησιέστερο μπακάλικο κι ύστερα για να φορέσει κανένα βρακί, φκιαγμένο όχι απ' τη φύση αλλά από την κοινωνία σ' εκείνους τους κατ' εξοχήν μη φυσικούς χώρους που λέγονται εργοστάσια. Για να το πούμε καθαρά: Ή επιστρέφει κανείς στη φύση ή επιστρέφει στο σπίτι του ύστερα από μια επίσκεψη φιλοφροσύνης στη μάνα-φύση το σαββατοκύριακο.

Πρέπει να βοηθάει κανείς τη φύση, όπως μας συνιστά ο Νασρεντίν Χότζα, αν θέλει να βοηθηθεί απ' αυτήν. Διάολε, κάποιος βοήθησε και τη μάνα μας να μεγαλώσει και να γίνει ικανή προς αναπαραγωγήν και κάποιος μας φύτεψε στα σπλάχνα της. Η φυσική αναπαραγωγική της ικανότητα θα έχανε το νόημα της αν κάποιος ή κάποιοι δεν φρόντιζαν τη μάνα μας όσο ήταν ακόμα νήπιο αλλά και πολύ αργότερα. Βέβαια, ο σουρεαλιστής Πολ Ελιάρ λέει: "Σκοτώστε τη μάνα σας όσο είναι ακόμα νέα", αλλά εννοεί εξουδετερώστε την παρατεινόμενη επιρροή της, μην επιτρέπετε να σας κάνει κτήμα της, μην πίνετε το γάλα της όλη σας τη ζωή, μάθετε να φοράτε μόνοι σας το πουλόβερ όταν κάνει κρύο, απαλλαγείτε με κάθε τρόπο απ' την ασφυκτική προστασία της αν θέλετε εν καιρώ να ξεκόψετε απ' τους άλλους προστάτες, που θα τη διαδεχτούν στη ζωή σας. Μ' άλλα λόγια, γίνετε κοινωνικά όντα, κάντε το άλμα απ' το "φυσικό" στο "πολιτισμικό" και μην ενοχλείτε υπέρ το δέον τη μάνα και τη "μάνα-φύση" γιατί πρέπει να συνεχίσουν τη δουλειά τους.

Λοιπόν, ο πολιτισμός και η φύση είναι ζεύγος αντιθετικών εννοιών, και το "φυσικό" γίνεται "πολιτισμικό" πάντα —και μόνο— με μια ενσυνείδητη επέμβαση του ανθρώπου. Απ' αυτή την άποψη, είναι φανερό ότι η γνώση είναι ο κινητήρας του πολιτισμού και η άγνοια ...ο μεγάλος σύμμαχος της φύσης! Σ' ένα δεύτερο στάδιο ανάπτυξης του παραπάνω συλλογισμού, η άγνοια και η συντήρηση καταντούν λέξεις συνώνυμες, και ο "συντηρητικός άνθρωπος" θα μπορούσε κάλλιστα να οριστεί και σαν "φυσικός άνθρωπος". Μάλιστα, όσο πιο "φυσικός" είναι τόσο το καλύτερο για τους εκμεταλλευτές, που θα σε εκμεταλλευτούν με τον φυσικότερο τρόπο και δεν θα σου επιτρέψουν ποτέ να καταλάβεις πως η φτώχεια, η δυστυχία, η ευτυχία δεν είναι φυσικά, αλλά κοινωνικά γεγονότα, δεκτικά (κοινωνικών) αλλαγών και όχι (φυσικών) μεταλλάξεων.

Ωστόσο, ο άνθρωπος κουβαλάει μέσα του μια ατέλειωτη σειρά "φυσικών καταστάσεων" που το αντίθετο της φύσης, ο πολιτισμός, δεν θα τις εξαφανίσει ποτέ. Τούτες οι φυσικές ανθρώπινες καταστάσεις στηρίζονται όλες στα ένστικτα που είναι "η φύση μέσα μας" στην πιο "καθαρή" της μορφή. Και, το πιο δυνατό και απαιτητικό ένστικτο είναι το σεξουαλικό, γιατί σ' αυτό στηρίζεται η αναπαραγωγή και η διαιώνιση του είδους.
Αν τα ένστικτα είναι "φυσικά γεγονότα", η συμπεριφορά μας απέναντι τους είναι ωστόσο κοινωνικά καθορισμένη. Μια άνευ όρων εγκατάλειψη μας στα ένστικτα σημαίνει άνευ όρων εγκατάλειψη μας στη φύση. Και δεν υπάρχει πιο γρήγορος και αποτελεσματικός τρόπος για μια "επιστροφή στη φύση" απ' την χωρίς όρους εγκατάλειψη μας στο σεξουαλικό ένστικτο, που είναι επίφοβο ακριβώς γιατί μας απειλεί με την ανεπιθύμητη ολική "φυσικότητα".

Όλοι οι πολιτισμοί προσπαθούν να θέσουν υπό έλεγχο το σεξουαλικό ένστικτο, όχι γιατί το σεξ είναι αμαρτία, όπως θέλουν να λεν οι παπάδες και οι περί αυτούς αδαείς, αλλά διότι ο πολιτισμός γίνεται εντελώς αδύνατος με ένα ολικό άφημα των ατόμων στον απόλυτο εγωισμό του σεξουαλικού ενστίκτου, που έχει την τάση να ικανοποιείται ερήμην όλων των απαγορεύσεων και σε βάρος των πάντων. Το σεξ σκοτώνει στην κυριολεξία — και για να το καταλάβει κανείς αυτό δεν είναι ανάγκη να ανατρέξει στον Φρόιντ. Οι εφημερίδες είναι γεμάτες σχεδόν κάθε μέρα από περιγραφές σεξουαλικών εγκλημάτων.

Σίγουρα, "ο πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας" για το άτομο, όπως έλεγε ο Φρόιντ. Γιατί απ' τη μια μεριά ό,τι κάνει ο πολιτισμός το κάνει και για να προστατέψει το άτομο απ' τις καταστροφικές, συνήθως, "δυνάμεις της φύσης", ενώ απ' την άλλη, για να το πετύχει αυτό, βάζει σε καραντίνα τον ίδιο τον πυρήνα της φύσης, τη σεξουαλικότητα, δηλαδή το "μοτέρ" που διατηρεί την κίνηση της ζωής και που, ειδικότερα στον άνθρωπο, παρέχει το σταθερό φυσικό μέτρο της ατομικής ευτυχίας: Δεν νοείται ευτυχία ξεκομμένη απ' την ηδονή, και δεν νοείται ηδονή πάσης φύσεως (πνευματική, ηθική, αισθητική κλπ.) ξεκομμένη απ' τον αρχικό φυσικό της πυρήνα απ' τον οποίο την έκανε να ξεπηδήσει ο πολιτισμός, μέσα στη μακρόχρονη διαδικασία μετατροπής του φυσικού σε πολιτισμικό.

Ο πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας (ατομικής, το υπογραμμίζουμε), γιατί αφαιρεί απ' τα άτομα τον πιο βαθύ και κρυφό πυρήνα της ευτυχίας τους, το ολικό άφημα στη φυσική ηδονή που χαρίζει το σεξ. Είναι το βαρύ τίμημα που συνεχίζουμε να πληρώνουμε στον πολιτισμό. Ο Φρόιντ αποδέχονταν τούτο το αίτημα, και μάλιστα το θεωρούσε απολύτως αναγκαίο. Μόνο η άγνοια θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αντιμετώπιση του φροϊδισμού σαν ένα είδος "πανσεξουαλισμού" ή "πανηδονισμού".

Εντούτοις, καταλαβαίνει κανείς γιατί ο ιδεαλισμός επιτέθηκε με την ίδια βαναυσότητα και στο φροϊδισμό και στο μαρξισμό: Και οι δυο "ισμοί" αντικαθιστούν το Πνεύμα και την Ιδέα σαν πρωταρχικά κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς με πράγματα πάρα πολύ υλικά και κατανοητά. Ήδη αυτοί οι δυο "ισμοί", με τον Μαρκούζε, τον Ράιχ, τον Αντόρνο, τον Φρομ και πάρα πολλούς ακόμα τείνουν να σμίξουν σε έναν, κι αυτό θα ήταν το τελικό και οριστικό πλήγμα στον ιδεαλισμό. Προς το παρόν, ωστόσο, υπάρχει κάποια διάσταση ανάμέσα στον "επίσημο" μαρξισμό και τον "επίσημο φροϊδισμό", αλλά οι επισημότητες εν γένει δεν κρατούν πολύ. Κάποτε τα πράγματα παίρνουν το φυσικό τους δρόμο, κι ο φυσικός δρόμος της μελλοντικής επανάστασης είναι αυτός που χάραξαν οι δυο πιο μεγάλοι επαναστάτες όλων των εποχών, ο Μαρξ και ο Φρόιντ.

Τη σεξουαλικότητα, οι παπάδες έχουν την τάση να την ηθικοποιούν, οι καλλιτέχνες να την αισθητικοποιούν και οι παραδοσιακοί ψυχολόγοι να την ψυχολογοποιούν. Οι φροϊδομαρξιστές με τη σειρά τους την... κοινωνικοποιούν, δηλαδή την αντιμετωπίζουν σαν ένα κοινωνικό γεγονός τεράστιας κοινωνικής σημασίας. Είναι φανερό πως το σεξ, απ' την ίδια του τη φύση,δεν είναι δυνατό να έχει καμιά σχέση με την ηθική. Η ηθική συμπεριφορά και η σεξουαλική συμπεριφορά είναι δυο τελείως διαφορετικά πράγματα, παρόλο που κάπου τέμνονται οι δυο ευθείες: Στο σημείο όπου η κοινωνία επεμβαίνει στη φύση για να την κοινωνικοποιήσει. Όπως και νάναι,πάντως, η ηθική παραμένει ένα κοινωνικό επιφαινόμενο και το σεξ ένα φυσικό φαινόμενο, ενώ η συμπεριφορά μας απέναντι στο σεξ είναι ένα γεγονός καθαρά και απόλυτα κοινωνικό: Καθορίζεται απ' τις αντιλήψεις μας για το σεξ, που αλλάζουν από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο.

Η δολιότητα των ηθικολόγων που έχουν την ακατάσχετη τάση να θολώνουν τα νερά για να ευκολύνουν το ψάρεμα "αμαρτωλών ψυχών" ανακλάται με απόλυτη σαφήνεια στη γλώσσα. Λέμε, για παράδειγμα, "ανήθικη γυναίκα" Και εννοούμε σχεδόν πάντα τη σχέση μιας γυναίκας με τη σεξουαλικότητα. Αντίθετα, λέμε "ανήθικος άνδρας" και εννοούμε αυτό που πρέπει να εννοούμε: Τη σχέση ενός άνδρα με τον ισχύοντα ηθικό κώδικα, πέρα και πάνω απ' το σεξ. Γιατί ηθικοποιήσαμε τη σεξουαλικότητα στη γυναίκα και την αποηθικοποιήσαμε στον άνδρα; Μα, διότι πρέπει να ασκήσουμε έλεγχο στη "νομιμότητα" του τέκνου του άνδρα, που θα κληρονομήσει την περιουσία του και το όνομα του. Όσο για τη γυναίκα, αυτή την περιορίσαμε στο ρόλο της παιδοποιητικής μηχανής, την κάναμε δηλαδή κλώσσα που κλωσσάει τα δικά μας αυγά, δηλαδή αυτά που γέννησε η ίδια και της τα πήραμε.

Ο Φροϊδομαρξισμός, λοιπόν, μας έμαθε πως το σεξ δεν είναι μόνο ένα πανίσχυρο φυσικό γεγονός, αλλά και ένα το ίδιο ισχυρό κοινωνικό γεγονός, όχι εξαιτίας της απαράδεκτης και ακατανόητης ηθικοποίησης του μέσα απ' τους μεταφυσικά κατοχυρωμένους ηθικούς κώδικες προς χρήσιν αδαών και αφελών, αλλά εξαιτίας της χρησιμοποίησης τους απ' τους εξουσιάζοντες για να ασκούν πιο αποτελεσματικά —και ανέξοδα— την εξουσία τους, ενδοστρέφοντας μια εξωτερική απαγόρευση, κάνοντας δηλαδή τό άτομο να πιστέψει πως αυτό που είναι απαγορευμένο είναι τέτοιο γιατί έτσι θέλει ο Θεός και όχι οι άνθρωποι. Βέβαια, είχαν δίκιο να απαγορεύσουν το σεξ οι άνθρωποι, αλλά όχι για τους "ηθικούς" λόγους που επικαλούνται ακατάπαυστα ευνούχοι κατηχητές.

Ωστόσο, οι φροϊδομαρξιστές πιστεύουν πως οι κοινωνικές συνθήκες είναι πια ώριμες για την πιο μεγάλη επανάσταση που θα μπορούσε να ονειρευτεί ο άνθρωπος: Την επανεγκαθίδρυση του ατόμου στο χαμένο του θρόνο, με τρόπο όμως ουσιαστικό. Και τούτη η "ουσιαστικότητα" συνίσταται στην ανεπιφύλακτη παραδοχή του γεγονότος πως αυτό που λέμε ευτυχία κι αυτό που λέμε ηδονή (σ' όλες τις εκδοχές) είναι εντελώς αδύνατο να ξεχωριστούν. Η παλιά διδασκαλία του Επίκουρου είναι, πια, και επιστημονικά κατοχυρωμένη.

Αυτό που ονομάζουμε "σεξουαλική επανάσταση" (ο όρος άρχισε να γίνεται της μόδας απ' το γαλλικό Μάη του 68) δεν είναι μια σεξουαλική ασυδοσία των σεξουαλικά πεινασμένων που, επιτέλους, άρχισαν να τρων... καλά. Είναι η πολιτική αντιμετώπιση της σεξουαλικότητας και η χρησιμοποίηση της στον ευρύτερο αγώνα για την απελευθέρωση του ανθρώπου απ' τα ποικίλα δεσμά του, ορατά και κυρίως αόρατα.

28/11/14

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ Μιά περιήγηση στό κοιμητήρι τῶν ἑλληνικῶν ἰδανικῶν ( τοῦ Βασίλη Ραφαηλίδη –ΕΘΝΟΣ 14/10/1984)

Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα εἶναι ἕνα ταξίδι ποὺ δὲ γίνεται. Γιατί τὰ Κύθηρα δὲν ὑπάρχουν. Περισσότερο ἀπὸ γεωγραφικός, τὰ Κύθηρα εἶναι ὁ μυθικὸς χῶρος τῆς «ἄφατης εὐτυχίας» τοῦ Ἀντουάν Βαττώ καὶ τῆς «δύσκολης εὐτυχίας» τοῦ Σὰρλ Μπωντλαίρ. Ἡ «Ἐπιβίβαση γιὰ τὰ Κύθηρα» τὸ πιὸ διάσημο ζωγραφιστὸ πλοῖο ποὺ τὸ «ναυπήγησε» μὲ τὸ χρωστῆρα του ὁ Βαττώ γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν «ἐρωτικῶν γιορτῶν του», τούτη τὴν πιὸ ψηλὴ κορφὴ τοῦ ροκοκό, δὲν ἦταν κι αὐτὴ παρὰ μία ἀπ' τὶς πολλὲς γιορτὲς τῆς καλπαστικὰ ἀνερχόμενης γαλλικῆς ἀστικῆς τάξης τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰώνα. Ἀπ' τὸ 1717 ποὺ ἐκτέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τοῦτος ὁ, κυριολεκτικὰ καὶ μεταφορικά, μυθικὸς πίνακας μέχρι τὸ 1789 μᾶς χωρίζουν μόλις 72 χρόνια. Εἶναι τὰ χρόνια ποὺ οἱ fete galante τοῦ Βαττώ θ' ἀρχίσουν νὰ γίνονται μονότονες, ἔτσι μονότονα ἐπαναλαμβανόμενες στοὺς κήπους καὶ τὰ πάρκα, καὶ θὰ ἑτοιμαστοῦν νὰ ἐκτοπίσουν ἀπ' τὰ ἀνάκτορα τοῦ Κεραμεικοῦ, περνώντας ἀπ' τὴ Βαστίλη, τὶς βασιλικὲς «ἐρωτικὲς γιορτές». Ὁ Βαττώ εἶχε ὅλο τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι κωμικὰ αἰσιόδοξος: Ἡ ἀστικὴ τάξη δὲν ἔχει καταλάβει ἀκόμα τὴν ἐξουσία, καὶ εἶναι ζωηρὴ καὶ εὐδιάθετη, γιατί ὀνειρεύεται ἀπὸ τώρα τὴν ἐπιβίβασή της γιὰ τὰ Κύθηρα.

 Ὅμως, στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνα ὁ Μπωντλαίρ, ποὺ πόθησε ὅσο κανεὶς τὸ ὀνειρεμένο ταξίδι, θὰ διαπιστώσει πὼς ὅλα τὰ πλοῖα γιὰ τὰ Κύθηρα ἔχουν βουλιάξει. Τὸ «Κάλεσμα σὲ ταξίδι» δὲν εἶναι παρὰ τὸ εἰρωνικὸ ποιητικὸ «διάβασμα» τοῦ διάσημου πίνακα τοῦ Βαττώ, ποὺ τὸν γνώριζε καλὰ τοῦτος ὁ σπουδαῖος τεχνοκρίτης καὶ ποιητής, ὁ πρῶτος ποὺ κατάλαβε πὼς τὰ Κύθηρα δὲν ὑπάρχουν παρὰ μόνο σὰν συνώνυμό τῆς οὐτοπίας. Καὶ γι' αὐτὸ συνιστοῦσε, γιὰ ἀντιστάθμισμα, «νὰ εἴμαστε συνεχῶς μεθυσμένοι ἀπὸ κρασί, ἀπὸ ποίηση ἢ ἀπὸ ἀρετή, κατὰ τὴν προτίμησή μας». Χωρίς, παρόλα ταῦτα, νὰ ξεκολλάει ἀπ' τὸ ταραγμένο μυαλὸ τοῦ τὸ μεγάλο ὄνειρο ποὺ ἐπέβαλε ὁ Βαττῶ, καὶ ποὺ γρήγορα ξεθώριασε: «Ὅλα ἐκεῖ τάξη καὶ ἡδονὴ — χλιδή, γαλήνη, καλλονή». (Μετάφραση Γ. Σημηριώτη).

 Ὁ «παρακμίας» Μπωντλαὶρ θὰ ἐπιχειρήσει τὸ δικό του ταξίδι στὰ Κύθηρα μέσα ἀπ' τὸ ὄπιο, ἐγκαινιάζοντας ἔτσι. μία καινούρια ἐποχὴ στὰ ποιητικὰ «ταξίδια», ποὺ συνεχίζεται. Βρισκόμαστε ἤδη πολὺ μακριὰ ἀπ' τὸ 1789, κι ἀκόμα πιὸ μακριὰ ἀπ' τὸ 1717, τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Βαττῶ ἔφερε ἀπ' τὰ Κύθηρα, μὲ τὸ περίφημο καράβι του, πάνω ἀπὸ σαράντα Ἔρωτες, ποὺ περιβάλλουν ἀπὸ παντοῦ τους πανευτυχεῖς ταξιδευτές. (Οἱ μελετητὲς ἀπόδειξαν πὼς ἡ Ἐπιβίβαση γιὰ τὰ Κύθηρα ἔχει λανθασμένο τίτλο. Γιατί, πρόκειται σίγουρα γιὰ ἀποβίβαση κι ὄχι γιὰ ἐπιβίβαση. Κάπου τὰ μπέρδεψε ὁ Βαττώ μέσα στὸν ἐνθουσιασμό του, ἀλλὰ αὐτὸ ἔχει πολὺ μικρὴ σημασία: Εἴτε πρόκειται γιὰ ταξίδι ποὺ θὰ γίνει εἴτε γιὰ ταξίδι ποὺ ἔγινε, τὸ σημαντικὸ εἶναι πὼς ὁ Βαττώ δὲν ἀμφιβάλλει γιὰ τὴ σκοπιμότητα καὶ τὴν ἐπιτυχία τοῦ ταξιδιοῦ).

 Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα τὸ ἐπιχείρησαν δύο Γάλλοι, ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του καὶ τὰ μέσα τῆς δικῆς του τέχνης. Τὸ ἴδιο ταξίδι, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπ' τὴν Ἑλλάδα στὴν Ἑλλάδα θὰ τὸ σχεδιάσει, ἀλλὰ δὲ θὰ τὸ κάνει, γιατί ὅπως εἴπαμε τὰ Κύθηρα δὲν ὑπάρχουν, ἕνας Ἕλληνας κινηματογραφιστής, ὁ Θόδωρος Ἀγγελόπουλος, ποὺ γνωρίζει τοὺς Γάλλους καλὰ καὶ τοὺς Ἕλληνες καλύτερα.

 Τώρα, πιά, αὐτοὶ πού ὀνειρεύονται ἕνα ταξίδι στὴν Ἑλλάδα εἶναι οἱ Ἕλληνες, πού ἀναρωτιῶνται πού βρίσκεται αὐτὴ ἡ μυθικὴ χώρα: Εἶναι σίγουρο πῶς ἡ χώρα πού ζοῦμε εἶναι ἡ Ἑλλάδα; Κι ἂν εἶναι ἡ Ζουλουλάνδη μὲ ψευδώνυμο; Ἂν τὰ Κύθηρα, κατὰ τοὺς γεωγράφους, εἶναι νῆσος ἑλληνική, κι ἂν τὰ Κύθηρα, κατὰ τοὺς ποιητές, εἶναι μόνο μῦθος, τότε μία Ἑλλάδα μὲ μυθικὰ Κύθηρα εἶναι κι αὐτή, κατὰ πάσα πιθανότητα, μία χώρα μυθική, δηλαδὴ ἀνύπαρκτη.

 Κι ἔτσι, ἐντελῶς ξαφνικά, στὸ Βαττώ καὶ στὸν Μπωντλαὶρ ἔρχεται νὰ κάνει παρέα ὁ Μπόρχες, μὲ τοὺς ἀντιστρέψιμους λαβυρινθώδεις χώρους του, ὅπου ποτὲ δὲν μπορεῖς νὰ διακρίνεις τὰ ὅρια τοῦ πραγματικοῦ καὶ τοῦ φανταστικοῦ. Ἄλλωστε, ἔχουν καμιὰ σοβαρὴ σημασία αὐτὰ τὰ ὅρια; Στὴν ταινία τοῦ Ἀγγελόπουλου, τὰ Κύθηρα εἶναι ὑπαρκτὰ ἀκριβῶς γιατί εἶναι μυθικά: Ἡ ἑλληνικὴ Ἱστορία εἶναι τόσο σπαραχτικὰ ὑπαρκτὴ ἐδῶ, τόσο ἀπίστευτα ὑπαρκτή, ποὺ ἀκριβῶς τοῦτο τὸ ἀπίστευτο εἶναι ποὺ τὴ μεταθέτει αὐτόματα στὴν περιοχὴ τοῦ μύθου.

 Λοιπόν, ἕνα «Ταξίδι στὰ Κύθηρα» εἶναι, τώρα πιά, ἕνα ταξίδι στὸν Ἅδη, ποὺ τὴν εἴσοδο του συνεχίζουν νὰ τὴ φυλᾶν οἱ Κέρβεροι. Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα τοῦ Ἀγγελόπουλου σὲ καλεῖ σὲ μία κάθοδο στὸν Ἅδη τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ὅπου βρίσκονται ἐνταφιασμένα ὅλα τὰ «ἑλληνικὰ ἰδανικά». Βέβαια, κανεὶς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ν' ἀκολουθήσει τὴν ποιητικὴ περιήγηση σὲ τοῦτο τὸν «οὐ-τόπο». Ὡστόσο, αὐτὸ τὸ ταξίδι στὸ μῦθο διὰ τῆς Ἱστορίας καὶ στὴν Ἱστορία διὰ τοῦ μύθου μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα πολὺ πρακτικὸ ἀποτέλεσμα: Νὰ σοῦ μάθει νὰ διακρίνεις τὸ μυθικὸ ἀπ' τὸ πραγματικό, ὥστε ὅταν λὲς «ζήτω ἡ Ἑλλὰς» νὰ ξέρεις, τουλάχιστον, περὶ ποίου πράγματος ὁμιλεῖς, διότι πάρα πολὺ συχνὰ συμβαίνει νὰ ἀπευθύνουμε τὴν εὐχὴ «νὰ ζήσεις» σ' ἕνα πτῶμα.

 Εἴπαμε πὼς στὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα δὲ γίνεται κανένα ταξίδι στὰ Κύθηρα. Γίνεται ὅμως ἕνα φοβερὸ ταξίδι στὴν ἑλληνικὴ Ἱστορία. Καὶ πρὶν ἀντιμετωπίσουμε τοῦτο τὸ ἱστορικὸ φὶλμ (ἱστορικὸ μὲ τὴ διπλὴ ἔννοια: ἀναφέρεται στὴν Ἱστορία καὶ ἐγγράφεται ἀπὸ τώρα στὴν ἱστορία τοῦ κινηματογράφου) πρέπει νὰ δοῦμε τοὺς γεωπολιτικοὺς ὅρους ποὺ κάνουν τοῦτο τὸ ταξίδι ἱστορικὰ ἀδύνατο καὶ κινηματογραφικὰ παράδοξο. Φυσικὰ τὰ λίγα ποὺ θὰ ποῦμε παρακάτω δὲν ἀποτελοῦν προϋπόθεση γιὰ νὰ κατανοήσει κανεὶς τὴν ταινία. Γιατί, ὅπως πάντα στὸν Ἀγγελόπουλο, ἡ Ἱστορία δὲν ὑπάρχει σὰν παράθεση περιστατικῶν, ἀλλὰ σά στοχασμὸς πάνω σὲ ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ ἔχουν γίνει μυθικὰ γιὰ τὶς ἀνάγκες μίας μυθοπλασίας ποὺ βρίσκεται πολὺ μακριὰ ἀπ' τὸ ρεαλισμὸ ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ὁ Ἀγγελόπουλος δὲν ἦταν ποτὲ ρεαλιστὴς μὲ τὴν τρέχουσα ἔννοια, οὔτε καν στὴν Ἀναπαράσταση.

 Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα, λοιπόν, εἶναι ἕνα ταξίδι στὴν πίσω μεριὰ τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας, τὴ συνήθως ἀόρατη γιὰ τοὺς ἱστοριοδίφες, ποὺ συλλέγουν ἱστορικὰ γεγονότα μὲ τὴν ἴδια, περίπου, ἔννοια ποὺ ἄλλοι συλλέγουν γραμματόσημα. Ὁ Ἀγγελόπουλος δὲν εἶναι συλλέκτης γραμματοσήμων, κολλημένων πάνω στὴ σελιλόιντ. Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ βαθιὰ τὴν Ἱστορία τοῦ τόπου του. Καὶ γι' αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ ἱστορικὲς ταινίες του (Μέρες τοῦ 36, Θίασος, Οἱ κυνηγοί, Μεγαλέξαντρος, Ταξίδι στὰ Κύθηρα) φαίνονται τόσο ἀπομακρυσμένες ἀπ' τὴ μεθοδολογία τῶν ἱστορικῶν ἐγχειριδίων καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν ἱστορικῶν συγγραμμάτων, παρόλο ποὺ δὲν τοὺς λείπει, κάθε ἄλλο μάλιστα, ἡ αὐστηρὴ ἱστορικὴ τεκμηρίωση, ποὺ λανθάνει πίσω ἀπ' τὸ αἰσθητικὸ γεγονὸς καὶ τὸ ὑποβαστάζει μὲ σιγουριά, χωρὶς νὰ τὸ διαβρώνει. Οἱ ταινίες τοῦ Ἀγγελόπουλου εἶναι τὸ πληρέστερο ὑπόδειγμα ποὺ γνωρίζουμε γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς Ἱστορίας ἀπὸ μία τέχνη ποὺ ἀρνεῖται, γιατί εἶναι ἐμπαιγμός, τὴν ἀναπαράσταση παρωχημένων γεγονότων, ποὺ δὲν τὰ κατέγραψε «ἐν τῷ γίγνεσθαι» μία ἐκεῖ παροῦσα κάμερα.

 Δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγει πὼς στὴν Ἀναπαράσταση δὲν γίνεται τελικὰ ἡ δικαστικὴ ἀναπαράσταση τοῦ ἐγκλήματος, κι αὐτὸ γιὰ νὰ μὴ μπεῖ ἡ κάμερα ἀπατηλὰ στὴ θέση τοῦ αὐτόπτη μάρτυρα. Ἄλλωστε, ἐκτὸς ἀπ' τὴν περίπτωση τῆς αὐτοκτονίας τοῦ Μισίμα μπροστὰ στὴν τηλεοπτικὴ κάμερα, ποτὲ κανεὶς αὐτόχειρας ἢ ἐγκληματίας δὲν κάλεσε τὸ κινηματογραφικὸ συνεργεῖο νὰ παραστεῖ ἀδιάψευστος μάρτυρας στὴν πράξη του. Αὐτό, τὸ συνηθίζουν μόνο οἱ «ἐπίσημοι». Ἀλλὰ ἡ Ἱστορία συνεχίζει νὰ γράφεται πίσω ἀπ' τὶς παρελάσεις, πίσω ἀπ' τὶς δεξιώσεις, πίσω ἀπ' τὰ ἐπιβεβλημένα διπλωματικὰ χαμόγελα. Αὐτὴ τὴν πίσω μεριὰ τῆς Ἱστορίας προσπαθεῖ νὰ «πιάσει» ὁ Ἀγγελόπουλος καὶ γι' αὐτὴν τὴν πίσω μεριὰ τῆς Ἱστορίας δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξουν ἀδιάψευστα τεκμήρια. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς πὼς δὲν ἔχουμε δεῖ τὴν πίσω μεριὰ τῆς Σελήνης δὲ σημαίνει πὼς δὲν ὑπάρχει. Πρὶν ἀκολουθήσουμε τὸν Ἀγγελόπουλο στὸ ταξίδι του στὴν πίσω μεριὰ τῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδας τῶν 35 τελευταίων ἐτῶν, καλὸ θὰ ἦταν νὰ ρίξουμε μία βιαστικὴ ματιὰ στὴ συνοψίζουσα συμβολικὰ τὴν Ἱστορία τῆς Ἑλλάδας, Ἱστορία τῆς νήσου Κύθηρα, γνωστῆς καὶ μὲ τὸ λαϊκό της ὄνομα Τσιρίγο.

 Τὰ Κύθηρα βρίσκονται στὸ νοτιότατο ἄκρο τῆς Πελοποννήσου, ΝΔ τοῦ ἀκρωτηρίου Μαλέα. Κι ὡστόσο, διοικητικὰ ἀνήκουν στὴν Ἀττική! Τοῦτο τὸ γαιοδιοικητικὸ παράδοξο ἔρχεται νὰ μπολιαστεῖ σ' ἕνα δεύτερο: Τὰ Κύθηρα, σὰ μορφολογία ἐδάφους, σὰν ἀρχιτεκτονικὴ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄποψη πολιτιστική, ἀνήκουν στὶς Κυκλάδες. Κι ὡστόσο εἶναι τὸ ἕκτο νησὶ τῶν Ἰονίων Νήσων. (Τὸ ἕβδομο εἶναι τὰ ἀκόμα πιὸ μακρινὰ Ἀντικύθηρα). Λοιπόν, τὰ Κύθηρα ἀνήκουν στὰ Ἰόνια νησιά, ἀνήκουν στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, ἀνήκουν στὴν Ἀττική, ἢ μήπως ἀνήκουν στὴ Λακωνία; Τὰ Κύθηρα ἀνήκουν ὅπου τὰ τοποθετήσεις μὲ μία ἀπόφαση ἢ μία διοικητικὴ πράξη. Τὰ Κύθηρα ἀνήκουν παντοῦ... ἐκτὸς ἀπ' τὸν ἑαυτό τους. Ὅπως καὶ ἡ Ἑλλάδα. Τὰ Κύθηρα εἶναι ἕνας οὐ-τόπος (μία οὐτοπία) μὲ τόσο μπερδεμένη Ἱστορία ποὺ κανεὶς ἱστορικὸς δὲν τὰ κατάφερε νὰ τὴ ξεμπερδέψει μὲ ἐπάρκεια, ὅπως καὶ τὴν «κυθήρεια» ἑλληνικὴ Ἱστορία.

 Τὰ Κύθηρα ὑπῆρξαν φοινικικὴ ἀποικία, μινωικὴ ἀποικία, μυκηναϊκὴ ἀποικία, σπαρτιατικὴ ἀποικία, ἀθηναϊκὴ ἀποικία. Κι ἀργότερα, φράγκικη ἀποικία, βενετσιάνικη ἀποικία, τούρκικη ἀποικία, γαλλικὴ ἀποικία, καὶ τέλος ἀγγλικὴ ἀποικία. Νεοελληνικὴ «ἀποικία» γίνονται τὸ 1863. Μ' ἄλλα λόγια, τὰ Κύθηρα εἶναι Ἡ Ἀποικία, ἡ σχεδὸν πλατωνικὴ Ἰδέα τῆς Ἀποικίας. Νὰ γιατί πάντα ὀνειρεύονταν τὰ Κύθηρα Ἄγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι: Ἦταν ἕνας τόπος βολικός, καθότι ἀδέσποτος. Ὅπως ἡ Ἑλλάδα.

 Μάλιστα, ἀπὸ τότε ποὺ οἱ Φοίνικες ἔφεραν στὰ Κύθηρα τὴ θεὰ Ἀστάρτη, ποὺ ἐκεῖ βαφτίστηκε Ἑλληνίδα καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Ἀφροδίτη, καὶ κυρίως ἀπὸ τότε ποὺ χτίστηκε ἐκεῖ ὁ περιλάλητος ναὸς τῆς Οὐράνιας Ἀφροδίτης, ὅλος ὁ κόσμος ἔμαθε πὼς στὰ Κύθηρα προσφέρονται ἡδονὲς σὲ μία ἀτέλειωτη ποικιλία. Συνεπῶς, ἕνα ταξίδι στὰ Κύθηρα ἦταν ἕνα ταξίδι στὸ πιὸ πυκνὸ κέντρο τῆς ἡδονικῆς εὐδαινομίας. πού τὸ ὀνειρεύονταν ἐπίμονα οἱ ποιητές, τουλάχιστον οἱ πρὶν ἀπ' τὸν 19ο αἰώνα, γιατί ἀργότερα τὰ πράγματα δυσκόλεψαν καὶ γιὰ τοὺς ποιητές.

 Γιὰ τούς ἀδερφοὺς Γκονκούρ, ἡ Ἐπιβίβαση γιὰ τὰ Κύθηρα τοῦ Ἀντουάν Βαττώ «εἶναι ὁ ἔρωτας, ἀλλὰ ἕνας ἔρωτας ποιητικός, ἕνας ἔρωτας ποὺ ὀνειρεύεται καὶ ποὺ στοχάζεται, ἕνας ἔρωτας μοντέρνος μὲ τὶς νοσταλγίες του καὶ τὴ γιρλάντα τῆς μελαγχολίας του». Περίπου τὸ ἴδιο εἶναι καὶ τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα τοῦ Ἀγγελόπουλου: Ἕνας περιπεπλεγμένος μὲ τὴν Ἱστορία καὶ ἀπ' τὴν Ἱστορία ἔρωτας δύο γέρων, ὀνειρικός, στοχαστικός, νοσταλγικός, μελαγχολικός. Τοῦτος ὁ ἔρωτας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἕναν τόπο γιὰ νὰ σταθεῖ. Καὶ ἡ Ἑλλάδα δὲν εἶναι πιὰ τόπος οὔτε νὰ στέκεσαι, οὔτε νὰ ὀνειρεύεσαι, οὔτε νὰ ἐρωτεύεσαι.
Ἡ Ἑλλάδα, ὄπως καὶ τὰ Κύθηρα εἶναι ἕνας τόπος ὅπου οἱ μύθοι εὐδοκιμοῦν πάντα, καὶ οἱ ἄνθρωποι δυστυχοῦν πάντα.

 Ἡ Ἑλλάδα εἶναι σὰν ἕνας κύκλος μὲ πολλὲς περιμέτρους καὶ κανένα κέντρο. Ἕνας τέτοιος κύκλος λέγεται φαῦλος. Οἱ κυρίως εἰπεῖν Ἕλληνες κατοικοῦσαν ἢ κατοικοῦν στὴν περίμετρο: Ἰωνία (εἶναι συνεχεῖς οἱ ἀναφορὲς τοῦ Ἀγγελόπουλου στὴν Ἰωνία), Πόντος, Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες, Κύπρος, Ὀδησσός, Αἴγυπτος, Τασκένδη καὶ σήμερα Γερμανία, ΗΠΑ, Αὐστραλία, Καναδᾶς, κ.λπ. Ἡ «μητρόπολη» εἶναι ἕνας φαντασματικὸς χῶρος καὶ οἱ κατοικοῦντες σ' αὐτὴν Ἕλληνες αἰσθάνονται οἱ μισοὶ μέτοικοι καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ ἄποικοι στὴν ἴδια τους τὴν πατρίδα, ποὺ εἶναι σὲ κατάσταση μόνιμης ἐσωτερικῆς κατοχῆς ἀπ' τὰ ὄρνια.

 Δὲν εἶναι μόνο τὸ ταξικὸ μίσος ποὺ χωρίζει τοὺς ἰθαγενεῖς Ἕλληνες σὲ «στρατόπεδα». Εἶναι καὶ ἡ ἀταβιστικὴ αἴσθηση πὼς αὐτὸ τὸ χῶμα δὲν εἶναι καθόλου «δικό μας καὶ δικό σας», ὅπως ἐπιμένει νὰ λέει ἀφελέστατα καὶ ἀνιστόρητα τὸ νεοπατριωτικὸν ἀσμάτιον. Εἶναι χῶμα ποὺ ἀνήκει σὲ μία ξένη γῆ πρὸς κατάκτηση: Τὸ κάθε ἄλλο παρὰ δίκαιο μοίρασμα τῶν τούρκικων τσιφλικιῶν ποὺ ἄρχισε τὸ 1830 δὲν ὁλοκληρώθηκε ἀκόμα, καὶ τὸ «πνεῦμα τοῦ γουέστ» στὴ νοτιοβαλκανικὴ του παραλλαγὴ εἶναι πάντα ζωντανὸ ἐδῶ. Οἱ Κλέφτες ποὺ φκιάξαν τοῦτο κράτος, διώχνοντας ἄλλους κλέφτες ποὺ ἦρθαν ἀπ' ἀλλοῦ, γίναν Ληστὲς ἀπ' τὸ 1840 μέχρι τὸ 1940 συνεχίζοντας, ἔτσι, ἕναν ἀπελευθερωτικὸ ἀγώνα ποὺ δὲν τελείωσε. Βρισκόμασε πάντα ὑπὸ τὴν ἐσωτερικὴ κατοχὴ τῶν Κοτζαμπάσηδων. (Γιὰ τοὺς Ληστές, τοὺς Κοτζαμπάσηδες καὶ τὸ μεγάλο ἑλληνικὸ ὅραμα μίας ἀποτελεσματικῆς ἀπελευθέρωσης, βλέπε τὸν Μεγαλέξαντρο).

 Οἱ παλιοὶ Κλέφτες, ποὺ νομιμοποιήθηκαν χάρις στὴν αἴσια ἔκβαση τοῦ ἀγώνα τους καὶ οἱ κατοπινοὶ Ληστὲς ποὺ νομιμοποιήθηκαν μόνο στὴ λαϊκὴ συνείδηση καὶ τὴ λαϊκὴ παραφιλολογία, μετεξελίχτηκαν ἱστορικὰ σὲ «ληστοσυμμορίτες», ἢ «κομμουνιστοσυμμορίτες», ἢ ἁπλὰ «συμμορίτες» ποὺ συνεχίζουν καὶ σήμερα νὰ δροῦν τρομοκρατικὰ καθὼς ἦρθαν καὶ σφηνώθηκαν ἄκρως ἐνοχλητικὰ μέσα στὰ ὄνειρα γιὰ εὐδαιμονία ποὺ δημιούργησε στοὺς Κοτζαμπάσηδες τὸ Σχέδιο Μάρσαλ, οἰκονομικὴ συνέπεια τοῦ πολιτικοῦ Σχεδίου Τρούμαν. (Βλέπε καὶ τοὺς Κυνηγούς).

 Τὸ πόσο ἀναίσχυντοι ἦταν οἱ Κοτζαμπάσηδες μὲ παπιγιὸν ἢ χωρίς, μᾶς τὸ ἔδειξε ὁ Ἀγγελόπουλος μὲ ἐκπληκτικὴ ἐνάργεια καὶ σαφήνεια στὸ Μέρες τοῦ 36, ὅπου οἱ πραγματικοὶ συμμορίτες (χωρὶς εἰσαγωγικὰ) προετοιμάζουν τὴν «εὐταξία» τοῦ Μεταξᾶ, μ' ἀφορμὴ τὶς «ἀταξίες» τοῦ Εὐταξία, ποὺ δὲν εἶχε καταλάβει πὼς ἄλλο πράγμα εἶναι τὸ ἀγγουράκι κι ἄλλο τὸ κολοκυθάκι, μὲ συνέπεια νὰ μπερδευτοῦν πρόωρα τὰ λαχανικὰ στὴ ρούσικη (δηλαδή, ἐγγλέζικη) σαλάτα ποὺ ἤδη τὴν ἑτοίμαζαν οἱ Κοτζαμπάσηδες στὴν κουζίνα τους, γνωστὴ καὶ μὲ τὸ ψευδώνυμο «Κοινοβούλιο».

 Στὸ Θίασο, ὅλος ὁ θίασος τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας βρίσκεται ἐπὶ σκηνῆς. Ἀλλὰ τὴν παράσταση τελικὰ τὴν κλέβουν στὴν κυριολεξία οἱ Κοτζαμπάσηδες, κυρίως χάρις στὴν καλὴ σκηνοθεσία τοῦ Σκόμπυ. Ἐδῶ οἱ «συμμορίτες» αὐτοπεριορίζονται, δυστυχῶς, σὲ ἔξοχα σατυρικὰ ἄσματα, τοῦ τύπου «τὸ βρακὶ τοῦ Σκόμπυ, εἶναι ὅλο κόμποι, κι ἂν λυθοῦν οἱ κόμποι θὰ φανεῖ τοῦ Σκόμπυ ἡ μεγάλη του πολιτική», ποὺ εἶναι «ἐπαναστατικὴ» διασκευὴ τῆς «λευκῆς τζὰζ» ἑνὸς μπούγκι-μπούγκι τοῦ Γκλὲν Μίλλερ. Ἄν, λοιπόν, τὸ Δεκέμβρη τραγουδοῦσαν λιγότερο καὶ πολεμοῦσαν περισσότερο (μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ ΕΛΑΣ ποὺ κρατήθηκαν ἐκτὸς Ἀθηνῶν), σίγουρα ὁ Θόδωρος Ἀγγελόπουλος δὲ θὰ γύριζε τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ἱστορικὸ κέρδος θὰ ἦταν μία μεγάλη ἀπώλεια γιὰ τὸν κινηματογράφο. Λοιπόν, οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ — ἂν καὶ τὸ καλὸν ἐδῶ εἶναι τάξεως αἰσθητικῆς καὶ ὄχι πολιτικῆς, πράγμα ποὺ θὰ τὸ προτιμούσαμε, φυσικά. Ἀλλὰ ἡ τέχνη γι' αὐτὸ ὑπάρχει: Νὰ μᾶς παρηγορεῖ γιὰ μία ἀπώλεια μ' ἕνα κέρδος. Καὶ οἱ κερδισμένοι γενικά, κατὰ κανόνα, δὲν κάνουν τέχνη. Περιορίζονται στὸ νὰ τρῶν τὰ κέρδη τους, καὶ στὴν περίπτωση ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ, τὰ κονδύλια τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ.

 Λοιπόν, τούτη ἡ χώρα κατοικεῖται μονίμως ἀπὸ «Ἕλληνες» καὶ Ἕλληνες: Γιὰ τὴ Δεξιά, Ἕλληνες εἶναι ὅσοι ἐδήλωσαν τέτοιοι καὶ ὅσοι ἔκαναν μία «δήλωση μετανοίας» γιὰ τὸν «πρότερο ἁμαρτωλὸ ἀνθελληνικό τους βίο». Γιὰ τὴν ἀριστερά, Ἕλληνες εἶναι ὅσοι κατοικοῦν σ' αὐτὴ τὴ χώρα καὶ ὅσοι ἔχουν δικαίωμα νὰ κατοικήσουν στὸ κράτος ποὺ ἔφκιαξαν οἱ Κλέφτες (καὶ οἱ Ἀρματωλοί, ποὺ κι αὐτοὶ ἐπίσης ἦταν Κλέφτες, ἀλλὰ ἀρχικὰ ὑπὸ τὴν προστασία τῶν Τούρκων, ποὺ ἀργότερα τὴν ἀπέσυραν γιατί οἱ Ἀρματωλοὶ ἀποδείχτηκαν, τελικά, «μὴ νομιμόφρονες», καλὴ ὥρα σὰν κάποιους στρατιῶτες τοῦ λεγόμενου «ἐθνικοῦ στρατοῦ», ποὺ βαρέθηκαν τὴ διατεταγμένη ἐθνικοφροσύνη καὶ πέρασαν στὸ ἀπέναντι χαράκωμα, ὅπου δὲν πολεμοῦσες γιατί σὲ διέταζαν ἀλλὰ γιατί τὸ ἤθελες).

 Ὁ γερὸ-Σπύρος (Μάνος Κατράκης) εἶναι, μὲ δεξιὰ ὁρολογία, ἕνας μὴ-Ἕλληνας ποὺ ζεῖ στὴν Τασκένδη ἀπ' τὸ 1949. Δηλαδή, εἶναι ἕνας Ἕλληνας τῆς περιφέρειας (ἢ τοῦ περιθωρίου, ἂν προτιμᾶτε ἕναν ὄρο μὲ ἀσαφὲς νόημα) ποὺ ὅταν ἔρχεται μὲ ἄδεια στὴν Ἑλλάδα, διαπιστώνει ὅτι ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει οὔτε καν ἡ ἑλληνικὴ θάλασσα. Ὑπάρχουν μόνο τὰ οὐδέτερα διεθνῆ ὕδατα, καὶ μέσα τους μία σχεδία ποὺ φέρει (εἶναι γι' αὐτὸν φέρετρο) τὸ σαρκίο του καὶ τ' ὄνειρο του σ' ἕναν «οὐ-τόπο», ποὺ κάτω ἀπὸ ὁμαλὲς συνθῆκες θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν ἡ πατρίδα του.

 Ὁ Σπύρος εἶναι ἕνας Βασιλιὰς Λὴρ ποὺ ἔχει χάσει τὸ βασίλειό του στὸν ἐμφύλιο πόλεμο, ἕνας Δὸν Κιχώτης ποὺ πίστεψε πὼς τὸ δόρυ εἶναι ὅπλο ἀποτελεσματικὸ στὴ μάχη μὲ τὸν ἀνεμόμυλο τῆς Ἱστορίας, κι ἕνας Ὀδυσσέας ποὺ γυρίζει σπίτι του μετὰ ἀπὸ τριάντα τόσα χρόνια γιὰ νὰ βρεῖ μία ὀνειροπόλα Πηνελόπη (Ντόρα Βολανάκη) κι ἕναν συγχυσμένο Τηλέμαχο (Τζούλιο Μπρόζι). Ὅμως, οἱ μνηστῆρες ἔχουν ξεπουλήσει πρὸ πολλοῦ τὴν Ἰθάκη του, μὲ συνέπεια ἕνα ταξίδι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ταξίδι ἐπιστροφῆς στὴν Ἰθάκη νὰ καταλήξει τελικὰ ταξίδι στὰ Κύθηρα, δηλαδὴ στὸ Μεγάλο Μύθο. μίας πεθαμένης «εὐτυχίας γιὰ ὅλους» ποὺ ἐνταφιάστηκε τὸ 1949 στὸ κοιμητήρι τοῦ χωριοῦ του — κι ὅλων τῶν χωριῶν ὅλης της Ἑλλάδας. Ἡ Ἰθάκη δὲν ὑπάρχει πιά. Ὅπως στὴν Ὀδύσσεια τοῦ Καζαντζάκη. 

Μόνο ποὺ στὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα, τούτη τὴν ἀντὶ-ὀδύσσεια, ὁ Ὀδυσσέας δὲ φεύγει γιατί τὸ θέλει. Τὸν διώχνουν. Τὸ ἔπος εἶναι ἀδύνατο στὸν καιρό μας. Ὅλοι οἱ ἥρωες ἔχουν πεθάνει, κι ὅσοι ζοῦν ἀκόμα εἶναι ἀνεπιθύμητοι στὸν τόπο ἀπ' ὅπου ἀντλοῦσαν τὴ δύναμή τους. Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα εἶναι μία ἐλεγεία γιὰ τὸν χαμένο στὸν ὠκεανὸ Ὀδυσσέα, ποὺ δὲν πρόκειται νὰ ξαναβγεῖ στὴ στεριά, γιατί δὲν ὑπάρχει πιὰ ἡ στεριά. Ὑπάρχουν μόνο τὰ Κύθηρα, δηλαδὴ ὁ μῦθος τῆς εὐτυχίας ποὺ ὀνειρεύτηκε ὁ Βαττώ σὲ μία περίοδο μεγάλης ἀκμῆς τῆς ἀστικῆς τάξης πού, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, γνώρισε ὄψιμα τὶς fetes galantes μόνο χάρις σὲ «δάνεια» ποὺ συνεχίζονται.

 Ἡ Ἑλλάδα ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι μία ξένη χώρα γιὰ ὅλους: Γιὰ τοὺς δεξιούς, γιατί δὲν τὰ κατάφεραν ποτὲ νὰ ἀποχτήσουν «ἐθνικὴ συνείδηση». (Δὲν ἀπόχτησαν οὔτε καν συνείδηση). Γιατί, ἐθνικὴ συνείδηση δὲν δημιουργεῖται μὲ Σχέδια Μάρσαλ. Καὶ γιὰ τοὺς ἀριστεροὺς διότι μόνο τὰ δύο τελευταία χρόνια ἄρχισαν νὰ μὴ νιώθουν μέτοικοι μὲ προσωρινὸ διαβατήριο (ὅποιος ἤθελε μποροῦσε νὰ τοὺς τὸ πάρει) στὴν ἴδια τους τὴν πατρίδα. Ἡ Ἑλλάδα συνεχίζει νὰ εἶναι «μία χώρα γιὰ ἐγκατάσταση», ὅπου πρὸς τὸ παρὸν ὅλα εἶναι προσωρινὰ καὶ ἀβέβαια. Πρέπει συνεπῶς κάποτε νὰ κατακτήσουμε τὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ βροῦμε μία πατρίδα ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες. Ἀποκλείεται νὰ ζοῦμε καὶ νὰ πεθαίνουμε μονίμως πάνω σὲ μία σχεδία ποὺ πλέει στὰ διεθνῆ ὕδατα. Τὸ ταξίδι στὰ Κύθηρα πρέπει νὰ γίνει ὁπωσδήποτε, ὅσα πλοῖα κι ἂν βουλιάξουν καθ' ὁδόν. Ἡ οὐτοπία εἶναι γιὰ νὰ τὴ ζοῦμε. Καὶ τὰ Κύθηρα ὑπάρχουν στὸ χάρτη. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρξουν καὶ στὴ ζωή μας.

 Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα, ὅπως καὶ οἱ ἄλλες ταινίες τοῦ Ἀγγελόπουλου, εἶναι ἕνα φὶλμ ποὺ ψάχνει γιὰ τὶς ἐθνικές μας ρίζες. Ὄχι στὸ Βυζάντιο (ὁ Ἀγγελόπουλος δέν εἶναι ἀστεῖο πρόσωπο). Ψάχνει γιὰ τὶς ἐθνικές μας ρίζες σὲ χάρτη πρόσφατης χαρτογράφησης, ὅπου σημειώνεται ἡ λέξη «Ἑλλάς», ὄχι ὅμως ὅπως ἁρμόζει σὲ «σωστοὺς» χάρτες καὶ ἡ λέξη «Ἕλλην», τὸ ἰδεολογικὸ καὶ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο τῆς ὁποίας πρέπει νὰ προσδιορισθεῖ μὲ σαφήνεια. Πρίν, λοιπὸν μάθουμε τί σημαίνει «Ἑλλὰς» (τὰ θούρια δὲν ἔχουν νὰ μᾶς μάθουν τίποτα ἐπὶ τοῦ προκειμένου) πρέπει νὰ μάθουμε τί σημαίνει « Ἕλλην». 

Ὁ γερὸ-Σπύρος ὁ ἀντάρτης, ὁ ἐξόριστος, ὁ πεισματάρης, ὁ ρομαντικός, ὁ ἀπούλητος, ὁ γερὸ-Σπύρος ποὺ συνεχίζει νὰ ἀντιστέκεται σὲ μία ἐποχὴ γενικευμένης παθητικότητας, ὁ γερὸ-Σπύρος ποὺ ἀρνιέται νὰ «πουλήσει τὸ χιόνι» γιὰ νὰ γίνει χιονοδρομικὸ κέντρο στὸ χωριό του, ὁ γερὸ-Σπύρος ποὺ συνεχίζει νὰ εἶναι «ἐπικίνδυνος γιὰ τὴ δημόσια τάξη» (διάβαζε: γιὰ τὸ ἰδιωτικὸ πορτοφόλι), ὁ γερὸ-Σπΰρος ποὺ ξαναβρίσκει στὰ παλιὰ λιμέρια του τὶς παλιὲς συνθῆκες παρανομίας (δὲν ξέχασε τὴ «γλῶσσα τῶν παρανόμων»), ὁ γερὸ-Σπύρος ποὺ συνεχίζει νὰ χορεύει μέσα στὰ νεκροταφεῖα καὶ νὰ λέει μία «καλημέρα» στοὺς πεθαμένους συντρόφους, ὁ γερὸ-Σπύρος ὁ σπόρος ἀπ' ὅπου θὰ φυτρώσουν ἴσως κάποτε κι ἄλλα δέντρα στὴν ἄκρη τοῦ νεκροταφείου, ὁ γέρο-Σπύρος ὁ ἀνεπιθύμητος στὴν πατρίδα του, εἶναι Ο ΕΛΛΗΝΑΣ.

 Ὅμως, στὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν πάντα «Κυνηγοί», ποὺ κυνηγοῦν στὰ χιόνια. Ἀλλὰ τὰ χιόνια δὲν εἶναι γιὰ πούλημα, τὸ ξέρουμε ἤδη. Εἶναι γιὰ νὰ κρύβουν μέσα τους τὸ ὄνειρο, ποὺ συνεχῶς θὰ τὸ βρίσκουν μπροστά τους οἱ ἀπόγονοι τῶν Κοτζαμπάσηδων, κάθε φορά ποὺ βγαίνουν γιὰ κυνήγι. Σὲ κάθε λακκούβα ὅπου τὸ χιόνι λιώνει θ' ἀποκαλύπτεται πάντα τὸ μυστηριῶδες πτῶμα τοῦ Ἀντάρτη, ἴσα ἴσα γιὰ νὰ διατηρεῖται ὁ πανικὸς ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐλπίδα. Τὸ «φάντασμα» τοῦ Βελουχιώτη πλανᾶται παντοῦ. Καὶ τοῦτο τὸ «φάντασμα» εἶναι πραγματικὸ ὅσο τίποτα.

 Οἱ τωρινοὶ κυνηγοὶ (οἱ «ἀρχὲς») δὲν βρῆκαν κανένα πτῶμα στὰ χιόνια. Γιατί στὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα δὲν ὑπάρχουν οὔτε πτώματα οὔτε χιόνια. Ὑπάρχει μόνο νερό. Κι ἕνας ζωντανὸς ἄνθρωπος, ὁ Σπύρος, ποὺ ἔρχεται ἀπ' τὸν ὠκεανὸ καὶ ξαναγυρνάει στὸν ὠκεανό. Ὁ ὠκεανὸς γιὰ τὸν Σπύρο δὲν εἶναι τάφος, εἶναι λίκνο. Ἴσως σ' ἕνα ἄλλο φίλμ, τοῦ Ἀγγελόπουλου φυσικά, τὸ πτῶμα του τὸ βροῦν ψαράδες. Θὰ πρόκειται καὶ πάλι γιὰ τὸ ἴδιο μυστηριῶδες πτῶμα τῶν Κυνηγῶν: Ὁ Σπύρος τῆς ταινίας Ταξίδι ὀτα Κύθηρα καὶ ὁ ἀντάρτης τῆς ταινίας Οἱ κυνηγοὶ εἶναι δύο ἐκδοχὲς τοῦ ἴδιου μύθου. Μόνο ποὺ τώρα ὁ μῦθος εἶναι σοβαρὸς καὶ πένθιμος, ὅπως ταιριάζει σὲ κάθε θάνατο κάθε παλικαριοῦ.

 Καὶ σὲ κάθε θάνατο κάθε «προοπτικῆς». Γιατί στὸ φὶλμ διασταυρώνονται συνεχῶς δύο θάνατοι: Ἕνας βιολογικὸς καὶ ἱστορικὸς ποὺ ἐπίκειται καὶ «βοηθιέται» ἀπὸ τὶς «ἀρχές», κι ἕνας συμβολικὸς ποὺ ἔχει ἤδη τελεστεῖ: Ὁ γιὸς τοῦ Σπύρου, ὁ Ἀλέξαντρος (Τζούλιο Μπρόζι) εἶναι ὁ Ἀλέξαντρος τοῦ τελευταίου πλάνου τοῦ Μεγαλέξαντρου, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ κείνη τὴν ταινία γιὰ νὰ βρεῖ καταφύγιο σὲ τούτη. Εἶναι, ἀκόμα, τὸ ὀρφανὸ παιδάκι τῆς Ἀναπαράστασης ποὺ καθὼς μεγάλωσε ἔγινε σκηνοθέτης.

 Ἀλλὰ πῶς νὰ εἶσαι δημιουργὸς μέσα σὲ μία χώρα ποὺ δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο γιὰ τοὺς Κοτζαμπάσηδες καὶ τοὺς κολαούζους τους; Τί σημαίνει νὰ δημιουργεῖς γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ὅταν αὐτοί, ὄντας ξένοι οἱ ἴδιοι, σὲ θεωροῦν ξένο στὸν ἴδιο σου τὸν τόπο, ποὺ ὡστόσο τὸν ξέρεις καὶ τὸν ἀγαπᾶς ὅσο λίγοι; Ἐπὶ τοῦ βαρβαρικοῦ προκειμένου, οἱ λύσεις εἶναι δύο: Ἢ παίρνεις τῶν ὀματιῶν σου καὶ γίνεσαι καὶ σὺ περιφερειακός, ὅπως τόσοι καὶ τόσοι ἄξιοι σὲ τοῦτον τὸν οὐ-τόπο, ἢ δίνεις ἐδῶ στὸν τόπο σου, τὸν ἀγώνα σου μέχρι τέλους, ἕτοιμος νὰ δεχτεῖς μία μοίρα ἀνάλογη μ' αὐτὴν τοῦ Σπύρου.

 Ὁ Ἀλέξανδρος (δηλαδὴ ὁ Ἀγγελόπουλος) διάλεξε τὴ δεύτερη λύση: Σὲ πεῖσμα ὅλων τῶν ἠλιθίων, θεωρεῖ τὰ Κύθηρα ὑπαρκτά, καὶ τὸ ταξίδι σ' αὐτὰ δυνατό. Ὅλοι οἱ Κυνηγοὶ (κι ἕνας διάολος ξέρει πόσοι τὸν κυνηγοῦν) δὲν θὰ καταφέρουν νὰ στραγγαλίσουν τὸ δικό του ὅραμα. Γιατί, ἕνας «σκηνοθέτης σὲ κρίση» ποὺ καταφέρνει νὰ ἐντάξει τὴν προσωπική του κρίση στὴν «ἐθνικὴ κρίση» σίγουρα εἶναι ἕνας μεγάλος σκηνοθέτης. Δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ ἑνώσεις τὶς δύο συνιστῶσες, τὴν ἱστορικὴ καὶ τὴν ὑπαρξιακὴ σὲ μία συνισταμένη. Καὶ δὲ νομίζουμε πὼς ὑπάρχει ἀνάλογο στὴν παγκόσμια ἱστορία τοῦ κινηματογράφου. Νὰ ἐλπίσουμε πώς θὰ βρεθοῦν πολλοὶ σ' αὐτὸν τὸν οὐ-τόπο, πού θὰ καταλάβουν πώς ἐδῶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὴν πρώτη ἐθνικὴ ἑλληνικὴ ταινία; Θὰ ἤθελα πολὺ νὰ εἶμαι αἰσιόδοξος. Γιατί κι ἐγὼ πιστεύω πὼς ἕνα ταξίδι στὰ Κύθηρα εἶναι πάντα δυνατό, γιὰ τὸ μέλλον.

2/5/14

JOSE SARAMAGO : “…ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε…”

Aς ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου… Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε. Ζοζέ Σαραμάγκοu (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998)

26/3/14

Ραφαηλίδης: Περί αναρχίας «Στη φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία», «Η διαφορά μεταξύ αναρχίας και αναρχοαυτονομίας» και άλλα, σ’ ένα διαχρονικό κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη

Η αναρχία είναι μια κατάσταση φυσική. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος δε μπορεί παρά να νιώθει άσχημα όταν κάποιος ή κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν τη φυσική για κάθε άνθρωπο τάση να φέρεται φυσικά. Η εξουσία είναι κάτι το παρά φύση. Στη φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Ηγέτης είναι αυτός που ηγείται, που προηγείται και δείχνει το δρόμο στους άλλους για να μη χαθούν. Το κριάρι δεν ασκεί εξουσία στο κοπάδι, απλώς ηγείται του κοπαδιού. Μια μικρή ή μεγάλη ομάδα ανθρώπων εύκολα δέχεται ως φυσικό ηγέτη αυτόν που αναδεικνύεται φυσικά, μέσα από φυσικές, μη καταναγκαστικές, αυτόματες διαδικασίες. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν το δείχνουν, πάντα δυσφορούν όταν ο ηγέτης έρχεται έτοιμος απέξω ή πέφτει με αλεξίπτωτο από πάνω. Αναρχία, λοιπόν, είναι η άρνηση κάθε μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και κοινά αποδεκτή από όλους και όχι μόνον από την πλειοψηφία. Η αναρχία πάει σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτική, πολιτική, κομματική. Η αναρχία και η ελευθερία είναι σχεδόν συνώνυμα. Οι προσπάθειες των φιλοσόφων να τοποθετήσουν τα όρια της ατομικής ελευθερίας ενός ανθρώπου δίπλα στα όρια της ατομικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου, δεν είναι παρά μια θεωρητική επιβεβαίωση του κύριου αιτήματος του αναρχισμού για σεβασμό της ατομικότητας και της προσωπικότητας του καθένα. Αρκεί, βέβαια, τούτη η προσωπικότητα να μην είναι χονδροειδώς ετεροκαθορισμένη, και με τον ψυχολογικό μηχανισμό της «ψευδούς συνειδήσεως» να γίνεται αντιληπτή από το άτομο σαν αβίαστα αυτοκαθορισμένη. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει πως είναι άνθρωπος με προσωπικότητα, όταν είναι καταφάνερο πως το συνειδησιακό περιεχόμενο της προσωπικότητάς του δε δημιουργήθηκε κάτω από μια πολύ μεγάλη δέσμη ανεμπόδιστων επιδράσεων, αλλά μπήκε στη συνείδηση με «μετάγγιση» από μια κοινή δεξαμενή, ας πούμε από τον Θεό, από την κομματική ιδεολογία, από τη συλλογική «εθνική ψυχή», από τον Αρχηγό. Το αναρχικό κίνημα, με τις πολλές και ποικίλες παραλλαγές του, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση στην κοινωνία καθεστώτος πραγματικής ισότητας, πραγματικής αδελφοσύνης, πραγματικής δικαιοσύνης, έξω και πέρα από κάθε καταναγκασμό που βάζει όρια και στην ισότητα, και στην αδελφοσύνη, και στη δικαιοσύνη. Ο αναρχισμός, η απόρριψη της Αρχής, της εξουσίας σε όλες της τις μορφές, είναι ένα ιδανικό για την αβίαστα και ελεύθερα αυτορυθμιζόμενη προσωπικότητα. Μια συγκεκριμένη «κοινωνία ζώων» δεν αλληλοσπαράσσεται. Τα μέλη της ανακαλύπτουν την αξία της φυσικής κοινωνικότητας μόνα τους, με βάση το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της ζούγκλας. Γίνεται, όμως, δίκαιο της ζούγκλας όσον αφορά στις «εξωτερικές σχέσεις». Μια ομάδα ζώων του ίδιου είδους μπορεί να βρίσκεται σε σταθερά εχθρικές σχέσεις με μια άλλη ομάδα ζώων διαφορετικού είδους. Αν αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες φυλές σαν διαφορετικά ζωικά είδη που αλληλοσπαράσσονται μέχρι εξοντώσεως, τότε δεν είμαστε μόνο ρατσιστές, είμαστε ζώα, αφού ξέρουμε πως όλοι οι άνθρωποι, ασχέτως φυλής, ανήκουν στο ίδιο βιολογικό είδος. Κανένας άνθρωπος δε διαφέρει από τον άλλο όσον αφορά στις βιολογικές λειτουργίες. Κάθε διαφορά στην εξωτερική εμφάνιση έχει σχέση μάλλον με το περιβάλλον παρά με τη βιολογία. Όταν ζεις στη διακεκαυμένη ζώνη είναι σαν να κάνεις μια διαρκή, καταναγκαστική ηλιοθεραπεία. Το δέρμα σου μαυρίζει και το επίκτητο χαρακτηριστικό γίνεται κληρονομικό με την εγγραφή του στο DNA. Κάθε λευκός θα μαυρίσει ύστερα από χίλιες γενιές απογόνων, αν εγκατασταθεί σήμερα στη Νιγηρία, για παράδειγμα. Κάθε διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα. Ο εθνικισμός είναι πολιτιστικό δεδομένο. Στηρίζεται στη διαφορετικότητα των πολιτισμών ή μάλλον στην ιεράρχηση των πολιτισμών, αν δεχτούμε πως θα ήταν δυνατό να υπάρξει μια τέτοια ιεράρχηση, πράγμα που ο μεγάλος εθνολόγος και δημιουργός του δομισμού (στρουχτουραλισμού) Λεβί-Στρός το απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος πολιτισμός, λέει ο Λεβί-Στρος. Κάθε πολιτισμός υπάρχει «καθ’ εαυτόν και διά τον εαυτό του», όπως θα έλεγαν οι υπαρξιστές. Μόνο η τερατώδης αλαζονεία του αποικιοκράτη ευρωπαίου θα κάνει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέτρο σύγκρισης για όλους τους άλλους. Γιατί οι ινδιάνοι της Αμερικής να μη βλέπουν σαν κατώτερο του δικού τους τον εξοντωτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό που τους καθυπόταξε; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει η νοσταλγία του «πολιτισμένου» για το «χαμένο παράδεισο», αν όχι μια αναγνώριση της αξίας πολιτισμών που δε μοιάζουν με το δικό του; Ο αναρχισμός πριν απ’ όλα είναι μια αποδοχή της ετερότητας, ένας σεβασμός του διαφορετικού, μια συνεργασία με το «όλως άλλο», όπως θα έλεγε ο Κροπότκιν. Ο αναρχισμός, δίνοντας έμφαση στην αυτοκαθοριζόμενη προσωπικότητα, είναι φυσικό να απεχθάνεται κάθε αγελαία συμπεριφορά ακόμα και την εθνικιστική, πολύ περισσότερο τη ρατσιστική. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται αγέλες «αναρχικών». Βέβαια, δεν πρόκειται για κλασικού τύπου αναρχικούς, αλλά για «αναρχοαυτόνομους», που είναι το ακριβώς αντίθετο των αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα. Κύριος στόχος τους είναι η δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής κοινωνίας, χωρίς καταναγκασμούς και καταπίεση. Οι αναρχοαυτόνομοι, αντίθετα, είναι τέρατα εγωισμού, επιδεικτικά εχθρικοί όχι μόνο προς τον αντιφρονούντα, αλλά και προς τον ομοϊδεάτη τους. Είναι αυτοί ακριβώς που γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το αναρχικό κίνημα, με την ίδια περίπου έννοια που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το κομμουνιστικό κίνημα. Βασίλης Ραφαηλίδης, Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού

12/2/14

ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ: "Επιστολή προς Μενοικέα"

" Όσο είναι κανείς νέος ας μην αναβάλλει για το μέλλον τη φιλοσοφία, μα κι όταν γεράσει ας μην βαριέται να φιλοσοφεί. Γιατί για κανέναν δεν είναι ποτέ νωρίς και ποτέ αργά για ότι έχει να κάνει με την υγεία της ψυχής του. Κι όποιος λέει πως δεν ήρθε ακόμα η ώρα για φιλοσοφία ή ότι πέρασε πια ο καιρός, μοιάζει με άνθρωπο που λέει πως δεν είναι ώρα τώρα για την ευτυχία ή πως δεν έμεινε πια καιρός γι' αυτήν. Πρέπει, λοιπόν, να φιλοσοφεί και ο γέρος και ο νέος: ο ένας ώστε καθώς γερνά, να νιώθει νέος μες στα αγαθά που του προσφέρει η χάρη των περασμένων ενώ ο άλλος, αν και νέος, να είναι συνάμα και ώριμος, αφού δεν θα 'χει αγωνία για το αύριο. Χρειάζεται, λοιπόν, να στοχαζόμαστε τα όσα φέρνουν την ευδαιμονία, αφού όταν την έχουμε, έχουμε τα πάντα, κι όταν τη στερούμαστε κάνουμε τα πάντα για να την αποκτήσουμε. Να πράττεις και να μελετάς αυτά που συνεχώς σου παράγγελνα, θεωρώντας τα ως βασικές αρχές του καλώς ζην. Πρέπει να 'χουμε κατά νου ότι από τις επιθυμίες άλλες είναι φυσικές και άλλες μάταιες. Από τις φυσικές, πάλι, άλλες είναι αναγκαίες κι άλλες απλώς φυσικές. Τέλος, ορισμένες από τις αναγκαίες επιθυμίες μας είναι δεμένες με την ευδαιμονία μας, άλλες με την ευεξία του σώματος μας κι άλλες με την ίδια μας την επιβίωση. Αν τα μελετήσουμε αυτά χωρίς ψευδαισθήσεις, θα είμαστε σε θέση να ανάγουμε κάθε επιλογή και κάθε αποφυγή μας στην υγεία του σώματος και στην γαλήνη της ψυχής, μιας και αυτά είναι ότι έχει να σου προσφέρει μια ευτυχισμένη ζωή. Γιατί όλα γι' αυτό τα κάνουμε: για να μη πονούμε και για να μη μας ταράζει τίποτα. Απαξ και το εξασφαλίσουμε αυτό, κοπάζει η φουρτούνα της ψυχής, αφού το έμψυχο ον δεν έχει λόγο να περιπλανηθεί αναζητώντας κάτι άλλο, αναγκαίο για να συμπληρώσει την ευεξία της ψυχής και του σώματος. Γιατί τότε μόνο έχουμε ανάγκη από την ηδονή, όταν η απουσία της μας κάνει να υποφέρουμε. Ενώ όταν τίποτα δεν ζορίζει την ψυχή μας, δεν έχουμε ανάγκη να την επιδιώξουμε. Και γι' αυτό λέω πως η ηδονή είναι αρχή και σκοπός του μακαρίως ζην: γιατί αναγνώρισα ότι είναι το πρωταρχικό και συγγενικό με τη φύση μας αγαθό και ότι αυτή είναι η αφετηρία για κάθε επιλογή και για κάθε αποφυγή μας, και ότι σ' αυτήν καταλήγουμε πάλι, όταν αποτιμάμε το κάθε αγαθό, έχοντας ως κριτήριο το τι αισθανόμαστε. Κι ακριβώς επειδή είναι το πρωταρχικό και σύμφυτο μ' εμάς αγαθό, για τούτο δεν επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή, αλλά συμβαίνει ορισμένες φορές να γυρίζουμε την πλάτη μας σε πολλές ηδονές, όταν τα προβλήματα που προκαλούν αυτές οι ηδονές είναι για μας μεγαλύτερα και υπάρχουν, από την άλλη, πολλοί πόνοι που τους θεωρούμε προτιμότερους από τις ηδονές, εφόσον η ηδονή που θα ακολουθήσει άμα τους υπομείνουμε για κάμποσο θα είναι για μας μεγαλύτερη. Κάθε ηδονή λοιπόν, ακριβώς επειδή η φύση της μας είναι συγγενική, είναι καλό πράγμα δεν συμβαίνει όμως να επιλέγουμε αδιακρίτως κάθε ηδονή. Ακριβώς όπως κάθε πόνος είναι κακό πράγμα κι ωστόσο δεν είναι όλοι οι πόνοι τέτοιοι που να μπορούμε να τους αποφεύγουμε. Είναι καθήκον μας, εντούτοις, να τα κρίνουμε όλα αυτά παραβάλλοντας και συγκρίνοντας το ένα με το άλλο και εξετάζοντας προσεκτικά τι συμφέρει και τι όχι. Γιατί ορισμένες φορές μεταχειριζόμαστε το αγαθό ως κακό και αντιστρόφως. Το να αρκείται κανείς σ' αυτά που έχει, το θεωρώ πολύ σπουδαίο αγαθό: όχι για να περιοριζόμαστε σώνει και καλά στα λίγα, αλλά για να αρκούμαστε στα λίγα όταν μας λείπουν τα πολλά με τη γνήσια πεποίθηση ότι την πολυτέλεια την απολαμβάνουν πολύ καλύτερα οι άνθρωποι που δεν την έχουν και τόσο ανάγκη, και ότι τα φυσικά πράγματα, όλα, μπορεί εύκολα να τα αποκτά κανείς, ενώ το περιττό το αποκτάς δύσκολα" ότι μια σκέτη σούπα θα σου δώσει ίση ευχαρίστηση με ένα πολυτελές γεύμα, όταν έχει φύγει όλο το δυσάρεστο αίσθημα από την έλλειψη τροφής και ότι το ψωμί και το νερό δίνουν τη μεγαλύτερη ηδονή όταν προσφέρονται σε κάποιον που τα έχει ανάγκη. Το να συνηθίζει λοιπόν κανείς στον απλό τρόπο ζωής κι όχι στην πολυτέλεια, δεν βοηθά μόνο την υγεία αλλά κάνει επίσης τον άνθρωπο ικανό να αντεπεξέρχεται με αποφασιστικότητα στις αναγκαίες ενασχολήσεις της ζωής' μας κάνει να το ευχαριστιόμαστε περισσότερο όταν, αραιά και πού, παίρνουμε μέρος σε πολυτελή γεύματα και μας προετοιμάζει να σταθούμε άφοβοι μπρος στα παιχνίδια της τύχης. Όταν λοιπόν υποστηρίζουμε ότι σκοπός είναι η ηδονή, δεν εννοούμε τις ηδονές των ασώτων και των αισθησιακών απολαύσεων, όπως νομίζουν κάποιοι από άγνοια κι επειδή διαφωνούν μαζί μας ή παίρνουν στραβά τα λόγια μας, αλλά εννοούμε το να μην υποφέρει κανείς σωματικούς πόνους και το να μην είναι η ψυχή του ταραγμένη. Γιατί τη γλυκιά ζωή δε μας την προσφέρουν τα φαγοπότια κι οι διασκεδάσεις, ούτε οι απολαύσεις με αγόρια και γυναίκες, ούτε τα ψάρια και τα άλλα εδέσματα που προσφέρει ένα πολυτελές τραπέζι, αλλά ο νηφάλιος στοχασμός, αυτός που ερευνά τα αίτια κάθε προτίμησης μας ή κάθε αποφυγής μας, και αποδιώχνει τις δοξασίες που με τόση σύγχυση γεμίζουν την ψυχή μας. Αφετηρία για όλα αυτά, και μέγιστο αγαθό συνάμα, είναι η φρόνηση. Γι' αυτό και είναι πολυτιμότερη η φρόνηση κι από τη φιλοσοφία ακόμα, γιατί απ' αυτήν απορρέουν όλες οι αρετές: η φρόνηση που μας διδάσκει ότι δεν είναι δυνατόν να ζει κανείς χαρούμενα αν η ζωή του δεν έχει γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη, κι ούτε πάλι μπορεί να 'χει η ζωή του γνώση, ομορφιά και δικαιοσύνη αν δεν έχει και χαρά. Γιατί οι αρετές αυτές είναι σύμφυτες με το να ζει κανείς ευτυχισμένα, κι η ευτυχισμένη ζωή είναι αξεχώριστη από τις αρετές. Ποιον άραγε θεωρείς καλύτερο από εκείνον που έχει αγνή και καθάρια γνώμη για τους θεούς και που 'χει ξεπεράσει τελείως το φόβο του θανάτου; Που έχει αναλογιστεί το σκοπό που έθεσε η φύση, που έχει αντιληφθεί πόσο εύκολα αγγίζει κανείς και κατακτά το όριο των καλών πραγμάτων και πόσο μικρή είναι η διάρκεια ή η ένταση των κακών. Εκείνον που κοροϊδεύει την Αναγκαιότητα -που κάποιοι την παρουσιάζουν ως την απόλυτη εξουσιάστρια των πάντων-, και βεβαιώνει ότι άλλα πράγματα συμβαίνουν αναγκαστικά, άλλα οφείλονται στην τύχη, άλλα όμως περνούν από το χέρι μας γιατί το βλέπει ότι η αναγκαιότητα δεν φέρει ουδεμία ευθύνη κι η τύχη είναι άστατη, όμως εκείνο που εξαρτάται από εμάς είναι ελεύθερο και φυσικά επιδέχεται τη μομφή όσο και τον έπαινο. Αλλά και την Τύχη, ένας τέτοιος άνθρωπος δεν τη θεωρεί θεά όπως κάνουν οι πολλοί αφού από ένα θεό τίποτα δεν γίνεται άτακτα. Ούτε την θεωρεί ως αστάθμητη αιτία όλων των πραγμάτων γιατί δεν πιστεύει ότι από την τύχη δίνεται στους ανθρώπους το καλό ή το κακό ως προς την ευτυχία τους. Πιστεύει ότι η τύχη είναι απλώς μια αφετηρία για μεγάλα καλά ή μεγάλα δεινά. Πιστεύει πως είναι καλύτερα να ατυχήσει μετά από σωστή σκέψη παρά να σταθεί τυχερός όντας παράλογος. Γιατί στις ανθρώπινες πράξεις καλύτερα να πάει στραβά κάτι το οποίο βασίστηκε σε σωστή κρίση παρά να πετύχει ένας σκοπός που δεν τέθηκε με σωστή κρίση. Αυτά λοιπόν, κι όσα σχετίζονται μαζί τους, να τα στοχάζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου ή με κάποιον σαν και σένα, και ποτέ σου δεν πρόκειται να ταραχτείς, είτε στον ύπνο σου είτε στον ξύπνιο σου και θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους. Γιατί δεν μοιάζει με θνητό ζώο ο άνθρωπος που ζει μέσα σε αθάνατα αγαθά. Πρώτα-πρώτα, το θεό να τον θεωρείς ως ένα ον άφθαρτο και μακάριο, όπως μας τον παρουσιάζει η κοινή σε όλους τους ανθρώπους παράσταση του. Μην του προσάπτεις τίποτα το άσχετο με την αφθαρσία και αταίριαστο με τη μακαριότητα του. Πίστευε, αντίθετα, σε οτιδήποτε μπορεί να διαφυλάξει τη μακαριότητα και την αφθαρσία του. Οι θεοί υπάρχουν, μιας και η γνώση που έχουμε γι' αυτούς είναι ολοκάθαρη. Δεν είναι όμως τέτοιοι όπως τους φαντάζεται ο πολύς ο κόσμος. Γιατί ο κόσμος δεν κρατά ακέραιη την αρχική παράσταση των θεών. Ασεβής δεν είναι αυτός που βγάζει από τη μέση τους θεούς στους οποίους πιστεύει ο πολύς κόσμος, ασεβής είναι αυτός που αποδίδει στους θεούς τις δοξασίες των πολλών. Οι απόψεις του κόσμου για το θεό δεν είναι ξεκάθαρες προλήψεις αλλά ψευδείς δοξασίες. Από δω και η ιδέα ότι οι θεοί προκαλούν στους κακούς τα μεγαλύτερα δεινά και ότι ευεργετούν τους καλούς. Διότι οι άνθρωποι είναι εξοικειωμένοι με τις δικές τους αρετές και αποδέχονται τους όμοιους των ενώ το διαφορετικό το θεωρούν ξένο και εχθρικό. Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση μας όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι' αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που 'χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου. Γιατί ότι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς. Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν' αποφύγουν το θάνατο σαν να 'ναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για ν' αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής. Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή: δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη μα την ευτυχέστερη. Κι είναι αφελής όποιος προτρέπει τον νέο να ζει καλά και τον γέρο να δώσει ωραίο τέλος στη ζωή του* όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς «αλλά μιας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πύλες του Άδη» Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν αποσύρεται από τη ζωή; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το 'χει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ' αστεία, είναι ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία. Πηγή: «ΕΠΙΚΟΥΡΟΣ» Εκδόσεις ΘΥΡΑΘΕΝ

28/11/12

ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ «ΝΥΧΤΑΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΑΧΑΙΡΙΩΝ»

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Επιστημονική Σκέψη» το 1985.

Θανάσης Παπαρήγας


ΣΥΝΤΟΜΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΗΣ «ΝΥΧΤΑΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΜΑΧΑΙΡΙΩΝ»

Στις 30 Ιούνη 1934, ένα σοβαρό γεγονός συγκλόνισε τη νεοπαγή ακόμη χιτλερική Γερμανία: ο Ernst Röhm, επιστή­θιος φίλος του Αδόλφου Χίτλερ, συναγωνιστής του από την πρώτη στιγμή, ιδρυτής και αρχηγός των SA καθαιρέθηκε από τη θέση του και αντικαταστάθηκε μαζί με πολλούς συνεργάτες του. Στην πραγματικότητα, και αυτό δεν άργησε να γίνει γνωστό, ο Röhm και πολλοί άλλοι συνεργάτες του εκτελέστηκαν.
Πού οφειλόταν αυτό το αιματηρό ξεκαθάρισμα λογαριασμών; Τι έκρυβε μέσα του και πίσω του;
Ας δούμε πρώτα το ιστορικό των γεγονότων. Όπως ξέρουμε, η κυβέρνηση με καγκελάριο τον Α. Χίτλερ ορκίζεται στις 30 Γενάρη 1933. Το NSDAP είναι πια κυβέρνηση. Αρχίζει μια 12ετία χιτλερικής δικτατορίας που σήμερα ξέρουμε ότι τελείωσε μέσα στα ερείπια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι το πρώτο πρόβλημα που αντιμετω­πίζει. Οι αντίπαλοι της τσακίζονται γρήγορα, το κοινοβουλευ­τικό καθεστώς διαλύεται ουσιαστικά χωρίς αντίσταση, τίθεν­ται εκτός νόμου όλες οι οργανώσεις της εργατικής τάξης· και όμως η κυβέρνηση αυτή αντιμετωπίζει ένα σοβαρό και πιθανό­τατα απροσδόκητο πρόβλημα: τα SA.
Ας δούμε πρώτα τι είναι τα SA. Όπως δείχνει και το όνομα τους (Sturmabteilungen - Ομάδες Εφόδου) είναι μια οργάνω­ση παραστρατιωτικού χαρακτήρα. Ιδρύθηκαν στις 3 Αυγού­στου 1921 στο Μόναχο, την πόλη - λίκνο του Εθνικοσοσιαλισμού[1]. Στην αρχή παρουσιάστηκαν σαν αθλητικοί όμιλοι, γρή­γορα, όμως, εγκατέλειψαν τα προσχήματα και άρχισαν να εμφανίζονται ανοιχτά σαν οργανωμένες ένοπλες ομάδες, με φαιόχρωμη στολή, με βαθμούς κλπ.
Με την άνοδο του NSDAP στην εξουσία, αλλάζει, προς το ευρύτερο, φυσικά, και ο ρόλος των SA. Από απλός βοηθητικός σχηματισμός ενός κόμματος γίνονται βοηθητικός σχηματι­σμός του βασικού, στην αρχή, μοναδικού, σε συνέχεια, κόμμα­τος της κυβέρνησης. Παίρνουν και κρατικές αρμοδιότητες. Στις 22 Φλεβάρη 1933, με διάταγμα του υπουργού Εσωτερικών της Πρωσίας Hermann Göring τα SA μαζί με άλλες οργανώ­σεις παίρνουν αστυνομικά καθήκοντα. Οπλίσθηκαν, μάλιστα, και με ελαφρά όπλα πεζικού. Περιττό, φυσικά, να πούμε ότι όλα αυτά συνοδεύτηκαν από ένα εκτεταμένο λουτρό αίματος.
Τότε, πού βρισκόταν το πρόβλημα με τα SA; Απλούστατα, στο ότι άρχισαν να ζητούν — και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εφαρμόζουν — όσα είχε υποσχεθεί το NSDAP. Συγκεκριμέ­να το «Πρόγραμμα των 25 σημείων» του NSDAP πρόβλεπε, μεταξύ των άλλων: Καταστολή της τοκογλυφίας, μοίρασμα των κερδών των μεγάλων επιχειρήσεων, δημοτικοποίηση των εμπορικών καταστημάτων και υπενοικίαση τους στους μικροε­πιχειρηματίες σε χαμηλές τιμές και, τέλος, δημιουργία λαϊκού στρατού.
Η τάση αυτή των SA αντανακλούσε πραγματικές, αν και αλλοιωμένες, ταξικές αντιθέσεις, με κύριο εκφραστή της τον αρχηγό των SA Ernst Röhm.
Να και μερικές αποστροφές του τελευταίου την άνοιξη του 1934:
«Μερικοί δεν μας αγαπούν [τα SA, δηλ. — Θ.Π.] γιατί, σαν τοποθετημένοι από τον Αδόλφο Χίτλερ εγγυητές της αληθινής γερμανικής επανάστασης, δεν ανεχόμαστε να κυριαρχήσει και πάλι ένα πνεύμα γραφειοκρατισμού και ηγετοκρατίας, δειλίας και υποταγής, αλλά εννοούμε να παραμείνουμε επαναστάτες» (17/3/1934).
«Με ακατανόητη επιείκεια, το νέο καθεστώς στη Γερ­μανία κατά την κατάληψη της εξουσίας δεν απαλλάχτη­κε χωρίς δισταγμούς από τους φορείς του παλιού και του ακόμη παλιότερου συστήματος. Ακόμη σήμερα βρί­σκονται σε σημαίνουσες θέσεις άνθρωποι που η εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση δεν τους προκαλεί καμιά αί­σθηση. Αλλά θα τους τσακίσουμε οπωσδήποτε και αμεί­λικτα αν τολμήσουν να μετατρέψουν σε πράξη αυτές τις αντιδραστικές αντιλήψεις» (18/4/1934).
Η στάση αυτή σχετίζεται με την απογοήτευση πολλών οπα­δών του NSDAP που βλέπουν, κάπως θολά και αξεκαθάριστα, ότι η «δική τους» κυβέρνηση ακολουθεί και αυτή την πολιτική των προηγουμένων, δηλ. την πολιτική του μεγάλου κεφαλαίου. Ταυτόχρονα, όμως. στην αναταραχή υπάρχει και μια άλλη διάσταση: διάφοροι παλαιοσυντηρητικοί. με φασιστική κατεύ­θυνση κύκλοι κινούνται για την αντικατάσταση της κυβέρνη­σης του NSDAP από μια κυβέρνηση παρόμοια αλλά παραδο­σιακής συντηρητικής ή ίσως μοναρχικής κατεύθυνσης. Οι κύ­κλοι αυτοί έχουν σαν επίκεντρο τον Αντικαγκελάριο Franz von Papen. ο οποίος κινείται επίσης δραστήρια αυτή την πε­ρίοδο. Στις 17 Ιούνη 1934, εκφωνεί στους φοιτητές του Πανε­πιστημίου του Marburg ένα λόγο όπου. με ελάχιστα σκεπασμέ­να λόγια, καυτηριάζει την αδιαλλαξία των χιτλερικών που δεν εννοούσαν να μοιρασθούν την εξουσία με τις άλλες δυνάμεις της δεξιάς. Αυτά οι ηγέτες του NSDAP τα ξέρουν και έχουν ανησυχήσει. Προς αυτή την κατεύθυνση στρέφονται εν μέρει οι επιθέσεις του Goebbels ενάντια στην «αντίδραση». Αργότερα, ο ίδιος θα αποκαλέσει αυτούς τους κύκλους «αντιδραστική πτέρυγα της συνωμοσίας».
Στην πραγματικότητα, πίσω από όλα αυτά κρύβεται ένας άλλος πολύ πιο σοβαρός παράγων: η μεγάλη αστική τάξη. Αυτή η τελευταία είναι πανικόβλητη. Με τρόμο βλέπει τα SA να στρέφονται εναντίον της. Φοβάται αυτό το φαιοντυμένο τέρας, που σήκωσε τώρα το κεφάλι του ενάντια στον αφέντη του. Πρέπει να χαλιναγωγηθεί πριν είναι πολύ αργά.
Υπάρχουν και άλλοι παράγοντες: Οι ξένες δυνάμεις. Η Γαλλία και η Αγγλία παρακολουθούν άγρυπνα την εξέλιξη. Δεν έχουν ακόμη καταλήξει στη θέση τους γι' αυτό το νέο καθε­στώς. Η Γερμανία είναι ακόμη «φασκιωμένη» με τη Συνθήκη των Βερσαλλιών. Δεν έχει στρατό και έτσι είναι υποχρεωμένη να αποφεύγει τις προκλητικές ενέργειες.
Από αυτό προέρχον­ται και οι συμφιλιωτικοί τόνοι των λόγων του Α. Χίτλερ στην περίοδο αυτή. Όμως, τα SA, παρασυρμένα από τον ίδιο τους τον εθνικιστικό πυρετό, οδηγούνται σε προβοκατορικές ενέρ­γειες. Αρχίζουν να επιτίθενται ενάντια σε ξένους διπλωμάτες στο δρόμο, να τους συλλαμβάνουν κλπ.
Στις 7 Ιούνη 1934, τα SA παίρνουν «άδεια» για όλο τον Ιούλη και ο Ernst Röhm  αποσύρεται για την ίδια περίοδο στη λουτρόπολη της Άνω Βαυαρίας Bad Wiessee[2]. Εκεί θα εξοντωθούν όλοι στις 28 Ιούνη αρχίζοντας από τον Röhm. Η εκκαθάριση των SA θα είναι το σύνθημα για μια εκτεταμένη και αιματηρή εκκαθάριση λογαριασμών σε όλο το Ράιχ. Καταρχήν, στο Βερολίνο, όπου εκτελούνται οι συνεργά­τες του Αντικαγκελαρίου von Papen, που μένει ανενόχλητος.
Ανάμεσα στους νεκρούς είναι ό Edgar Jung, συγγραφέας του λόγου του von Papen της 17ης Ιούνη 1934, ό Gustav von Kahr, που ο Χίτλερ εκδικείται για την αποτυχία του πραξικο­πήματος του 1923; ο προκάτοχος του Χίτλερ στο αξίωμα του Καγκελαρίου στρατηγός Kurt von Schleicher και η γυναίκα του καθώς και ο συνεργάτης του στρατηγός Kurt von Bredow. Η Gestapo συλλαμβάνει και δολοφονεί στο Βερολίνο και τον Gregor Stasser ηγέτη του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος; που είχε παραιτηθεί το Δεκέμβρη του 1932[3].
Ο συνολικός αριθμός των νεκρών υπολογίζεται σε 1.076. Εδώ πρέπει να δούμε ότι οι νεκροί είναι «μόνο» τόσοι, γιατί η επιθυμία της Reichswehr είναι σαφής: τα SA πρέπει να αποκε­φαλισθούν; αλλά κάθε υπερβολική φθορά πρέπει να αποφευ­χθεί. Η συνολική δύναμη των SA είναι 2:900.000 άτομα και ή στρατιωτική τους εκπαίδευση τα έκανε απαραίτητα για το μελλοντικό στρατό που ετοιμάζεται.
Η μονοπωλιακή αστική τάξη έβγαλε ένα αναστεναγμό ανακούφισης. Στις 5 Ιούλη 1934, η Deutsche Bergwerkszeitung,  όργανο των ιδιοκτητών  ορυχείων, έκανε λόγο για μια κλίκα φιλόδοξων που ήθελαν να αρχίσουν νέα πάλη για την εξουσία και εξέφρασε τη χαρά της για «τη γρήγορη επέμβασης της 30ης Ιούνη που μας έσωσε από αυτό τον κίνδυνο».
Αντίθετα, ανέβηκε πολύ ο ρόλος των SS (Schutzstaffeln). Αυτή ή σχετικά ολιγάριθμη ομάδα, κυρίως αρμοδιότητας σω­ματοφυλακής, δεν θα πάψει να ανεβαίνει και να καταλαμβάνει όλο και καινούργιες εξουσίες. Αυτό οδήγησε αναπόφευκτα στην ενίσχυση της θέσης του Heinrich Himmler. Ο διοικητής της ομάδας των SS που πήρε μέρος στη σφαγή του Μονάχου), ό SS Gruppenführer Sepp Dietrich,[4] ως τότε αρχηγός της προ­σωπικής σωματοφυλακής του Χίτλερ, πήρε βαθμό στρατηγού. Όλες αυτές οι αλλαγές επισημοποιήθηκαν με το διάταγμα της 20ης Ιούλη 1934, όπου αναφέρονται «οι μεγάλες προσφορές των SS, ιδιαίτερα σε σχέση με τα γεγονότα της 30ης Ιούνη».
Ένα μήνα μετά τη δολοφονία των ηγετών των SA, ή χιτλε­ρική δικτατορία ολοκληρώνεται: Στις 2 Αυγούστου 1934, πε­θαίνει ο Πρόεδρος Paul Von Hindenburg. Ένας νέος νόμος — που, παραδόξως, έχει ημερομηνία 1η Αυγούστου 1934- ορί­ζει ότι «τα καθήκοντα του προέδρου του Ράιχ στο εξής ενώνονται με τα καθήκοντα του καγκελάριου. Συνεπώς, οι εξου­σίες του προέδρου του Ράιχ περνούν στον Führer και καγκε­λάριο Αδόλφο Χίτλερ». Ο von Blomberg δεν χάνει καιρό. Την ίδια ημέρα αναγγέλλει ότι ό στρατός ορκίζεται πιστή στον Αδόλφο Χίτλερ προσωπικά[5] και, μάλιστα, όχι μόνο πίστη αλλά και άνευ όρων υπακοή, Η χιτλερική μονοκρατορία είναι πια γεγονός τετελεσμένο.
Η ΤΑΞΙΚΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ NSDAP
Η δραματική σύγκρουση της 30 Ιούνη 1934 ήταν, κατά τη γνώμη μας, μια γραφική παράσταση της σχετικής αυτονομίας της πολιτικής απέναντι στα οικονομικά συμφέροντα που υπη­ρετεί. Από την άλλη μεριά, σαν  να ήθελε να υπογραμμίσει τη βαθιά αντιφατικότητα του φαινομένου, το ιστορικό αυτό γεγο­νός έδειξε ότι τα συμφέροντα αυτά χρειάζονται αυτή τη σχετική αυτονομία σαν στοιχείο της άσκησης της εξουσίας ειδικά και της πολιτικής τους γενικότερα, σαν «συμπυκνωμέ­νης», αλλά όχι απλής και άμεσης έκφρασης της οικονομίας.
Το «Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα» (National Sozialistische Deutsche Arbeiter Partei  = NSDAP) ήταν πάντα και έμεινε ως το τέλος το κόμμα που εξυπηρέτησε  κατά τον πιο τέλειο; ως τώρα, τρόπο τα συμφέροντα της μεγά­λης αστικής τάξης, των κορυφών του μονοπωλιακού κεφα­λαίου. Τέτοιο  ήταν και πριν το 1933, και μετά, τέτοιο έμεινε και ως τις 9 Μάη 1945.
Αυτό φαίνεται καθαρά από το δείκτη εκείνο που ενδιέφερε πιο πολύ το μονοπωλιακό κεφάλαιο: την πορεία των κερδών, Κάι δεν μπορεί κανείς να μην παραδεχτεί ότι ή Κυβέρνηση του NSDAP εξασφάλισε συνθήκες εξαιρετικής σε έκταση και βά­θος συσσώρευσης κερδών, Η πορεία των τελευταίων υπήρξε πράγματι θεαματική, όπως δείχνει ό παρακάτω πινάκας:

Η ναζιστική 12ετία υπήρξε περίοδος ταχύτατης ανόδου των κερδών και των περιουσιών των μεγιστάνων, όπως μαρτυρούν όλα, χωρίς εξαίρεση, τα στοιχεία: Οι κρατικομονοπωλιακές μέθοδοι που τελειοποίησε ή εγκαινίασε το «1000χρονο Ράιχ») δεν ήταν τίποτε άλλο από μια παραχώρηση — συχνά-, με φανερά σκανδαλώδη τρόπο— όλης της γερμανικής οικονομίας σε μια χούφτα μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτές οι επιχειρήσεις «τσέπωσαν» τα κολοσσιαία κέρδη της στρατιωτικοποίησης και της δουλικής εκμετάλλευσης των ξένων, ιδιαιτέρα «Ανατο­λικών» εργατών, αλλά και της λεηλασίας όλης της Ευρώπης. Αυτή η μυθικών διαστάσεων συσσώρευση — που εμφάνισε και χαρακτηριστικά παρόμοια με αυτά της περιόδου της πρωταρχικής συσσώρευσης του κεφαλαίου — εξηγεί σε μεγάλο βαθμό και την εντυπωσιακή ανάκαμψη της οδ Γερμανίας μετά το 1945.
Η συντριβή κάθε οργάνωσης των εργαζομένων έκανε τη δράση του NSDAP «θαυματουργή» και στον πολιτικό τομέα. Στη διάρκεια της εξουσίας του, οι εργαζόμενοι δεν διαμαρτυ­ρήθηκαν καθόλου ή σχεδόν καθόλου. Η ένταση της εκμετάλλευσης, μόνος τρόπος δημιουργίας και ενίσχυσης του τεράστιου πολιτικοβιομηχανικού συγκροτήματος μιας ιμπεριαλι­στικής δύναμης χωρίς αποικίες, «πέρασε» ανεμπόδιστα, Αρκετά πριν από τον πόλεμο, η ελεύθερη εκλογή θέσης εργασίας είχε καταργηθεί. Σε ορισμένες κρατικές επιχειρήσεις όπως ή «Οργάνωση Todt»  (Organisation Τodt - ΟΤ), είχαν επιβληθεί όχι μόνο στρατιωτικοί κανονισμοί, άλλα και στρατιωτικές στολές.[6] Τα πολιτικά κέρδη του κεφαλαίου ήταν και μακροπρόθεσμα. Καταρχήν, ο πόλεμος δεν φαίνεται να προκάλεσε σχεδόν καμιά κίνηση διαμαρτυρίας ή και απλής δυσαρέσκειας. Ένα δείγμα μας δίνει έκθεση του «Γερμανικού Μετώπου Εργα­σίας» (Deutsche Arbeitsfront - DAF), οργάνωσης που ήταν αρμόδια για την οργάνωση του εργατικού δυναμικού και την κίνηση του, του τέλους του 1942: «Το 1917, χάθηκαν σε πολι­τικές απεργίες περίπου 2.000.000 εργατοημέρες. Το 1918, ή­ταν 5.000.000 εργατοημέρες. Στο πολεμικό έτος 1942, κερδίθηκαν αμέτρητα εκατομμύρια προσθέτων εργατοημερών, χω­ρίς να υπολογίσουμε την εργασιακή απόδοση εκατομμυρίων επι­στρατευμένων ξένων εργατών» (η έμφαση δική μας).
Και όλα αυτά, χωρίς να υπολογίσουμε ένα άλλο πολιτικό κέρδος πολύ μεγάλης, όπως αποδείχτηκε, σημασίας: την σχε­δόν ολοκληρωτική εξόντωση όλων των επαναστατικών στοι­χείων και την απώλεια σχεδόν κάθε επιρροής τους.
Ποτέ πριν από την εγκαθίδρυση του Γ' Ράιχ οι μεγάλοι καπιταλιστές της Γερμανίας ή οι άμεσοι άνθρωποι τους δεν συμμετείχαν τόσο άμεσα στη διεύθυνση της οικονομίας, και αυτό παρά το γεγονός ότι στη Γερμανία οι σχέσεις κράτους-μεγάλου κεφαλαίου ήταν πάντα πολύ στενές. Κάτι περισσότε­ρο: ο Χίτλερ δεν το είχε σε τίποτε να αλλάξει τους στρατηγούς του με τη μεγαλύτερη ευκολία για παραπτώματα πολλές φορές φανταστικά ή συνήθως χωρίς να φταίνε. Αντίθετα, στις κορυ­φές των οικονομικών-διαχειριστικών υπηρεσιών της χιτλερικής Γερμανίας βλέπει κανείς πάντα αναδιανομή των ίδιων προσώπων: γενικών μετόχων, γενικών διευθυντών ή έμπιστων στελεχών των γιγάντων του χρηματιστηρίου[7]. Και κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον: Οι στρατηγοί του Χίτλερ ήταν —ή έγιναν— διάσημοι. Ποιος, όμως ξέρει τον Albert Pieg της SIEMENS ή τον Wilhelm Zangen της MANNESMAN; Αυτοί δεν άφησαν απομνημονεύματα. Η διακριτικότητα ήταν, άλλωστε, αυτό που τους ενδιέφερε περισσότερο.
Εδώ πρέπει να προστεθεί ότι η πολιτική εξουσία του NSDAP βοήθησε πολύ όχι μόνο τους καπιταλιστές ενάντια στους εργαζόμενους, αλλά και τους πολύ μεγάλους καπιταλι­στές ενάντια σε όλους τους υπολοίπους. Η συγκεντροποίηση, που το κράτος ενθαρρύνει ή και επιβάλλει, παίρνει πρωτοφα­νείς διαστάσεις: Το μέσο κεφάλαιο των μετοχικών εταιριών περνά από 2.300.000 (1932) σε 5.500.000 μάρκα (1943). Ο νόμος της 7ης Μάρτη 1939 φτάνει ως την κατάργηση των επιχειρήσεων που δεν έφταναν ένα ορισμένο minimum τζίρου, υποχρεώνοντας τους πρώην ιδιοκτήτες τους να γίνουν εργαζό­μενοι στη μεγάλη βιομηχανία. Στην περίοδο 1933-1939, ο αριθμός των επιχειρηματιών και των οικογενειών τους πέφτει από 11.247.000 σε 9.612.00 (-4,54%) και το ποσοστό τους στον πληθυσμό από 19,8% σε 16,2%.
* * *
Αλλά, τότε προβάλλει εξίσου αβίαστα και το ερώτημα: Αν το NSDAP έδειξε τέτοια συγκινητική φροντίδα για τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου, πώς εξηγείται τότε η ύπαρξη μέσα στα SA. την πρώτη και σπουδαιότερη οργάνωση του ενός ισχυρού ρεύματος που προβάλλει αιτήματα ασυμβίβαστα με τα συμφέροντα και τις βλέψεις των «Μαικηνών» του; Άλλωστε, αυτά τα αιτήματα δεν ήταν τυχαία: Είχαν αναπτυχθεί και διακηρυχθεί επανειλημμένα από την ίδια την ηγεσία του NSDAP και τον Α. Χίτλερ προσωπικά.
Κατά τη γνώμη μας. η απάντηση βρίσκεται μέσα στην ίδια την αντιφατική φύση των κομμάτων, πολιτικών οργανισμών που εξυπηρετούν οικονομικά συμφέροντα αλλά δεν ταυτίζονται μαζί τους και που τα εξυπηρετούν με το δικό τους. πολιτικό τρόπο.
Σαν πολιτικό κόμμα, το NSDAP ήταν από την αρχή φορέας μιας τέτοιας αντίφασης. Η πολιτική και η ιδεολογία του εξυπη­ρετούσαν από την αρχή τα συμφέροντα του μονοπωλιακού κεφαλαίου, όπως άλλωστε έδειξε, από το 1920 κιόλας, το ιταλι­κό παράδειγμα. Έτσι εξηγείται και η ανοχή των αρχών απέναν­τι στις βιαιοπραγίες του που αντιμετωπίζονται σαν νεανικές τρέλες και, καμιά φορά. τιμωρούνται «πατρικά». Για την από­πειρα πραξικοπήματος του 1923. ο Χίτλερ θα τιμωρηθεί ουσια­στικά με 6 μήνες φυλακή και αυτό ύστερα από μια δίκη σκανδαλώδους επιείκειας!
Στη Γερμανία, αμέσως μετά τον πόλεμο, δημιουργήθηκαν μια σειρά αντεργατικών ενώσεων που αποτελούνταν από από­στρατους αξιωματικούς, τυχοδιώκτες και μπράβους. Τέτοιες οργανώσεις ήταν και τα «εθελοντικά σώματα» (Freikorps) που βοήθησαν στη συντριβή της Γερμανικής Επανάστασης. Η «α­ποστολή» τους ήταν να ασκούν τρομοκρατική δράση ενάντια σε εργάτες και αγρότες. Οι ενώσεις αυτές ήταν οι ένοχοι για όλες τις δολοφονίες αριστερών πολιτικών· από το 1919 ως το 1923. To NSDAP, που στην αρχή ήταν μια απ' αυτές τις πολυάριθμες ενώσεις, κατέληξε να απορροφήσει όλες τις άλ­λες αντεργατικές συμμορίες.
Από το 1924 ως το 1929 τα μονοπώλια ενίσχυαν οικονομι­κά τις ναζιστικές συμμορίες τόσο όσο χρειάζονταν για να μην εξαφανιστούν. μετά όμως από το 1930 το NSDAP πλευρίζεται από το μεγάλο κεφάλαιο ευρύτερα, και όχι πια απλώς σαν μια πληρωμένη συμμορία για «χοντροδουλειές».
Ο Χίτλερ γίνεται δεκτός στα πιο αποκλειστικά άντρα των βιομηχάνων (παράδειγμα, η κλασική «συνεστίαση» στη λέσχη του Düsseldorf της 26ης Γενάρη 1932), τα μονοπώλια του εξασφαλίζουν τη δυνατότητα να πηγαίνει από πόλη σε πόλη με αεροπλάνο στη διάρκεια των προεκλογικών εκστρατειών — πράγμα πολύ δύσκολο ακόμη τότε— του δίνουν εκατομμύρια κλπ.
Όμως, το NSDAP είναι ακριβώς αυτό που λέει η ονομασία του, δηλ. ένα πολιτικό κόμμα, και όχι ένας απλός εκτελεστικός μηχανισμός του μεγάλου κεφαλαίου, όπως θα ήταν πχ, μια νομική ή λογιστική εταιρία. Έρχεται σε επαφή και σύνδεση με μάζες, από τη φύση τους διαφορετικές από τα συμφέροντα που το NSDAP εκφράζει, και, έτσι, διαφοροποιείται και αυτό. Το ίδιο το όνομα του κόμματος είναι χαρακτηριστικό. Εθνικό Σοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα. Η μαζική βάση του NSDAP είναι κυρίως μικροαστική και, κατά πιο δεύτερο λόγο, μεσοαστική.
Μια στατιστική της 1ης Γενάρη 1935 μας δίνει μία εικόνα:
— Το 7,3% όλου του «επαγγελματικά απασχολούμενου πληθυσμού» του Ράιχ ανήκει στο NSDAP. Απ' αυτό βλέπουμε ότι το NSDAP ήταν ένα τεράστιο κόμμα.
—Στο NSDAP ανήκε το 20% των δημοσίων υπαλλήλων (Beamten), ενώ στους δασκάλους και καθηγητές το ποσοστό έφτανε το 30%.
— Στο NSDAP ανήκει το 15% των «αυτοαπασχολουμέ­νων».
— Στο NSDAP ανήκει το 12% των «μη δημοσίων» υπαλ­λήλων (Angestellten).
— Το ποσοστό των βιομηχανικών εργατών που είναι μέλη του NSDAP είναι γύρω στο 5% του συνόλου των βιομηχανι­κών εργατών. Γενικά, λίγοι εργάτες έγιναν μέλη του NSDAP, παρά το όνομα του. Πριν το 1933, το NSDAP ούτε κατόρθωσε, αλλά ούτε έδειξε μεγάλη συνέπεια στην προσπάθεια να δη­μιουργήσει χωριστή οργάνωση εργατών[8]. Πολλοί επιφανείς ηγέτες του NSDAP δυσπιστούσαν απέναντι τους. Η «Εθνικοσοσιαλιστική Οργάνωση των Εργοστασίων» (Nazional - Sozialistische Betriebszellenorganisation - NSBO) είχε πάντα, ακόμη και μετά το 1933, ελάχιστα μέλη. Το 1935, διαγράφτηκε από τον κατάλογο των εθνικοσοσιαλιστικών οργανώσεων. Ο ίδιος ο Χίτλερ «υπέδειξε» στο Συνέδριο του NSDAP του 1937 να μην παρελάσουν χωριστές ομάδες εργατών. Αυτό δείχνει καθαρά ότι δεν ήθελε τη χωριστή παρουσία των εργατών γιατί αυτό θύμιζε την ταξική πάλη ή, έστω, την ταξική «απόσταση». Σαν γνήσιο κόμμα της αστικής τάξης, το NSDAP δεν μπορού­σε να υποφέρει τη θέα των χωριστά οργανωμένων εργατών ούτε μέσα στα ίδια του τα πλαίσια.
— Το ποσοστό των αγροτών που ανήκε στο NSDAP ήταν ασήμαντο, πράγμα που εξηγείται από το ότι η συμμετοχή των αγροτών στα κόμματα ήταν πάντα στη Γερμανία πολύ μικρή[9].
Η έκθεση δεν αναφέρει στοιχεία για το βάρος των εκπρο­σώπων της μεγαλοαστικής τάξης μέσα στο NSDAP και αντί­στροφα. Ξέρουμε όμως ότι πάρα πολλοί απ' αυτούς ήταν μέλη του. Αναμφίβολα, λόγω του πολύ μικρού τους αριθμού γενικά, ο σχετικός αριθμός τους στο NSDAP θα ήταν πολύ μικρός· το «ειδικό βάρος» του, όμως, ήταν τεράστιο.
Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το βασικό μαζικό στήριγμα του NSDAP ήταν — από άποψη οργανωμένης μαζικής βάσης, αλλά και εκλογικής βάσης — τα μεσαία στρώματα, ιδιαίτερα αυτά της πόλης. Αυτό χρησιμοποιήθηκε για να «ξαναγραφτεί», δηλ. να παραποιηθεί η ιστορία. Στη σειρά των άρθρων, μελε­τών κλπ, που γράφτηκαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 50 χρόνων από την άνοδο στην εξουσία του NSDAP, προβλήθηκε συχνά το επιχείρημα: Αφού μέσα στο NSDAP βρίσκονταν κυρίως με­σαία στρώματα, το NSDAP ήταν το κόμμα των μεσαίων στρω­μάτων έτσι «βγαίνουν λάδι» τα μονοπώλια. Οι τοποθετήσεις αυτές «ξεχνούν» τη βασική ιστορική αποστολή του NSDAP: να συνδέσει τις μάζες με την πολιτική και την άσκηση της πολιτικής του μεγάλου κεφαλαίου. Πράγμα που το NSDAP πέτυ­χε λαμπρά[10].
Για να το πετύχει, όμως, αυτό έπρεπε να γίνει αυτό ακριβώς που έγινε: ένας πολιτικός οργανισμός της αστικής τάξης, κατά συνέπεια ένας οργανισμός βαθιά αντιφατικός, που θα ήταν σε θέση να εκφράζει με ένα μαζικό τρόπο την πολιτική των μεγι­στάνων. Ο ίδιος ο χαρακτήρας του επέβαλε την αντιφατικότη­τα του.
Εδώ, όμως, πρέπει να δούμε και την άλλη πλευρά: Η αντι­φατικότητα του NSDAP δεν σημαίνει συνύπαρξη στο εσωτερι­κό του αντιπάλων ισοτίμων παραγόντων. Σημαίνει αντανάκλα­ση στο εσωτερικό των πραγματικών ταξικών αντιθέσεων, αλ­λά κάτω από την κυριαρχία ενός από τους πόλους, στη συγκε­κριμένη περίπτωση του μεγάλου κεφαλαίου, ο οποίος προσδιο­ρίζει τον πραγματικό ταξικό χαρακτήρα του Κόμματος. Η κυριαρχία αυτή εκφράζεται πολιτικοϊδεολογικά και «ψυχολο­γικά». Πράγμα που σημαίνει ότι η δικτατορία της κυρίαρχης τάξης υπάρχει και μέσα στο κόμμα ή στα κόμματα της.
Η πορεία των πραγμάτων δείχνει ακριβώς αυτό: Ότι τα διάφορα στοιχεία του NSDAP, διαφορετικά και — ως ένα βαθμό — αντίθετα μεταξύ τους, βαδίζουν μαζί και μαθαίνουν βαθμιαία να προσαρμόζονται μεταξύ τους. Το ένα δεν μπορεί να κάνει χωρίς το άλλο.
Η προσαρμογή, όμως, δεν γίνεται ισότιμα. Σε τελευταία ανάλυση, δεν είναι, ίσως, ούτε καν αμοιβαία. Στην πραγματι­κότητα, η μικροαστική μάζα προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της πολιτικής της μεγαλοαστικής τάξης. Το ότι η τελευταία βαραίνει ασύγκριτα περισσότερο, το έδειξε στο μοιραίο εκείνο χειμώνα του 1932-33. To NSDAP, ύστερα από την πρώτη του εκλογική ήττα στις 6 Νοέμβρη 1932 και τις δημοτικές εκλογές της Θουριγγίας το Δεκέμβρη, βρίσκεται σε κατάσταση βαθιάς κρίσης και απειλείται — όπως λέει ο ίδιος Α. Χίτλερ — με «διάλυση». Κι όμως, λίγες μόνο μέρες μετά, στις 30 Γενάρη 1933, το ηττημένο κόμμα έγινε κυβέρνηση. Εκείνο που δεν μπορούσαν να κάνουν τα εκατομμύρια των οπαδών του το έκανε μία συνεννόηση μερικών ανθρώπων — αλλά τι ανθρώ­πων! — σε μία βίλλα της Κολωνίας. Αυτό πρέπει να έδειξε πολλά στα πιο διορατικά στοιχεία της ηγεσίας του NSDAP, που ανάμεσα τους περιλαμβανόταν και ο Α. Χίτλερ.
Άλλωστε, η πληρέστερη απόδειξη είναι η ίδια η τελική απόφαση του Α. Χίτλερ να συνταχθεί με την Reichswehr και την μεγαλοαστική τάξη ενάντια στα SA και στον Röhm, ο οποίος ήταν φίλος του από το 1920 και ήταν ο μόνος συνεργά­της του στον οποίο μιλούσε στον ενικό[11] Στο βαθμό που ταλαντεύεται, προσπαθεί να επιτύχει ένα συμβιβασμό μεταξύ τους. Ποτέ, όμως, δεν θα προσπαθήσει, και από πουθενά δεν βγαίνει ότι το σκέφτηκε καν, να θυσιάσει την Reichswehr στον Röhm.
Η ουσιαστική πρωτοκαθεδρία της μεγαλοαστικής τάξης φαίνεται και πριν από το 1933. Μετά το 1930, το NSDAP είναι ένα μαζικό κόμμα. Στα ταμεία του αρχίζουν και συρρέουν εκατομμύρια. Η κομματική κορυφή προσεγγίζει το μεγάλο κεφάλαιο. Δεν έλειψαν και εκείνοι που κατήγγειλαν από μέσα αυτά τα γεγονότα καθώς και περιπτώσεις σκανδαλώδους χρη­ματισμού, διαφθοράς κλπ. Κι όμως, οι μάζες των μικροαστών δεν είδαν καμιά ασυμβίβαστη αντίθεση ανάμεσα σ' αυτά και τη βίαιη αντικαπιταλιστική φρασεολογία του Κόμματος[12].
Χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη των ηγετών του NSDAP. Αυτοί που πέρασαν στην «αθανασία» είναι αυτοί που πέρασαν και στην αστική τάξη.
Ο Hermann Göring π.χ., έγινε ο κλασσικός εκπρόσωπος του ναζιστικού γραφειοκρατικού κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού και έφτασε να έχει «στο όνομα του» ένα ολόκληρο κρατικό μονοπώλιο. Η ειδική του θέση στο σύστημα του γερμανικού ιμπεριαλισμού  εξηγεί την παθολογική του τάση προς την άμεση ληστεία. Σ’ αυτόν ανήκει η «αθάνατη» φράση προς τους υπαλλήλους του Ράιχ στα κατεχόμενα εδάφη, στις 6/8/1942: «Εννοώ απλά και καθαρά ληστεία και όχι μισές δουλειές!».
Την ίδια έντονη τάση έλλειψης σαφούς διαχωρισμού ανάμεσα στο δικό του χρήμα και το ξένο είχε και ο άλλοτε τόσο βίαιος στις αντικαπιταλιστικές του διακηρύξεις Joseph Goebbels[13].
Στην πραγματικότητα, το κομμάτι αυτό της ηγεσίας του NSDAP εξελίσσεται –στο βαθμό, βέβαια, που δεν είχε ήδη εξελιχθεί- σε ομάδα αστών επαγγελματιών πολιτικών ειδικού είδους ή, έστω, ειδικής «τεχνικής». Υπηρετεί τα συμφέροντα του κεφαλαίου και θεωρεί πολύ φυσικό να επωφελείται απ’ αυτό.
Εδώ αξίζει να σταθούμε και σε ένα άλλο σημείο: Όπως είδαμε, μετά τις 30 Ιούνη 1934, τα SS είχαν μια λαμπρή καριέρα. Και με τέτοια λαμπρή καριέρα, τι άλλο να έκαναν; Έγιναν επιχειρηματίες.
Τα SS εμπορεύονταν κάτι που τα μονοπώλια χρειάζονταν επιτακτικά στη διάρκεια, ιδιαίτερα, του πολέμου: εργατική δύναμη. Κοντά σε όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ανεγέρθηκαν εργοστάσια παραγωγής πολεμικών ειδών και τα SS «νοίκιαζαν» το εργατικό δυναμικό, στέλνοντας εκεί κρατούμενους επί πληρωμή.
Ας αντέξουμε για λίγο το απωθητικό θέαμα αυτή της επιχειρηματικής δραστηριότητας, πραγματικά ακραίου δείγματος στρατιωτικογραφειοκρατικού κρατικού μονοπωλιακού καπιταλισμού. Δεν μπορούμε να αρνηθούμε την άψογη οργάνωση της στατιστικής και, προπάντων, της λογιστικής παρακολούθησης. Κατά κανόνα, η «ταρίφα» ήταν 6 μάρκα την ημέρα για έναν ειδικευμένο εργάτη και 4 για ένα βοηθητικό. Στο στρατόπεδο του Dachau τα κέρδη ήταν 2.000.000 μάρκα το μήνα. Τα συνολικά κέρδη μιας περιόδου 21 μηνών από την ενοικίαση όλων των αρρένων κρατουμένων του Buchenwald ήταν 84.877.929,31 μάρκα δηλ. 4.041.806,1 μάρκα το μήνα. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ειδικών υπηρεσιών των SS, το μέσο κέρδος από ένα κρατούμενο –με μέσο όρο ζωής 9 μηνών- ήταν 1631 μάρκα.
Πίσω απ’ αυτούς τους υπολογισμούς, πρέπει να δούμε το γεγονός ότι από τα 14.000.000 άτομα που μεταφέρθηκαν στην Γερμανία από όλη την κατεχόμενη Ευρώπη από τότε που οGauleiter της Θουριγγίας Fritz Sauckel ανέλαβε τη θέση του «Γενικού Πληρεξουσίου Κινητοποίησης Εργατικού Δυναμικού» (21 Μάρτη 1942), τα 7.000.000 πέθαναν.
Η «σύμφυση» SS – μεγαλοαστικής τάξης γίνεται όλο και πιο στενή. Να τι γράφει, στις 12 Απρίλη 1941, ο O. Ambros, διευθυντής του υποκαταστήματος του τραστ I. G. Farben στο Ludwigshafen, σε επιστολή του προς τους διευθυντές του τραστ στη Φρανκφούρτη Ter Meer και Straus:
«Στις 7 Απρίλη έγινε στο Kattowitz η καταστατική ιδρυτική συνέλευση. Διάφορες αντιδράσεις των μικροχαρτογιακάδων ξεπεράστηκαν γρήγορα. Ο Dr. Eckel συμπεριφέρθηκε πολύ καλά και η καινούρια μας φιλία με τα SS δίνει εξαιρετικά αποτελέσματα».
* * *
Με βάση όλα τα παραπάνω πρέπει κανείς να δει και ένα άλλο παράλληλο φαινόμενο: την ύπαρξη δυο ομάδων χαρακτηριστικών των κομμάτων τις οποίες, μη έχοντας άλλη πιο δόκιμη  ονομασία, θα ονομάσουμε ομάδα ουσιωδών χαρακτηριστικών και ομάδα μη ουσιωδών χαρακτηριστικών.
Ουσιώδη είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα που καθορίζουν την πραγματική ουσία του κόμματος, την πραγματική του, ας πούμε, «ψυχή». Καθορίζουν δηλ. τον πραγματικό του ρόλο και την πραγματική του στάση, πέρα από τις αναπόφευκτες αντιφάσεις της ζωής; Τις απότομες αλλαγές, τις διαφορές των προσώπων ή ακόμη και τις τακτικές προσαρμογές. Είναι  τα χαρακτηριστικά εκείνα, που πηγάζουν από την ίδια την τάξη, της οποίας το κόμμα εκφράζει τα συμφέροντα.
Στην περίπτωση του NSDAP και των οργανώσεων που δημιούργησε τα ουσιώδη χαρακτηριστικά ήταν:
α. Ο φασιστικός εθνικισμός ρατσιστικού τύπου. Η  εθνικιστική μυθολογία χρησίμευε για τη νοητική δημιουργία της «λαϊκής κοινότητας», δηλ. μιας εθνικά και πολιτιστικά ομοιογενούς κοινωνίας όπου δεν υπάρχουν ταξικές αντιθέσεις. Η μη ύπαρξη ταξικών αντιθέσεων, δεν σημαίνει καθόλου κατάργηση των τάξεων. Σημαίνει, αντίθετα, αποδοχή της διαφορετικής ταξικής τοποθέτησης.  Στη ναζιστική «λαϊκή κοινότητα» όλοι έχουν «ίση» θέση, απλώς η θέση τους «διαφέρει». Στην ουσία πρόκειται για μια κοινωνία αυστηρά ιεραρχημένη και πειθαρχημένη στην υπηρεσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου[14].
Πολύ ενδιαφέρουσα, κατά τη γνώμη μας, είναι μια άποψη που εξέφρασε γι’ αυτό το θέμα ο ίδιος ο Α. Χίτλερ:
«Πρέπει, λοιπόν, να προβλέψουμε τα πλαίσια μέσα στα οποία θα μπει ολόκληρη η ζωή κάθε ατόμου. Αυτό σημαίνει σοσιαλισμός και όχι η οργάνωση δευτε­ρευόντων πραγμάτων, όπως το πρόβλημα της ατομικής ιδιοκτησίας ή των μέσων παραγωγής»[15].
β. Ο αντικομμουνισμός και ο αντιμπολσεβικισμός. Στις γραμ­μές του NSDAP κυριαρχεί από την αρχή ως το τέλος ένας φανατικός, μέχρι αρρωστημένου βαθμού, αντικομμουνισμός. Ο αντικομμουνισμός αυτός φτάνει ως το σημείο της ήρεμης αντιμετώπισης του κομμουνισμού — με την εξής έννοια: γιατί να λογοφέρει κανείς με ένα εχθρό apriori καταδικασμένο; Στη διάρκεια της δημοκρατίας της Βαϊμάρης η αντικομμουνιστική μανία παίρνει μια ιδιόμορφη αλλά χαρακτηριστική έκφραση: συχνά, οι κομμουνιστές κατηγορούνται ότι δεν είναι αρκετά αδιάλλακτοι, ότι έχουν «ξεπουληθεί στο μεγάλο κεφάλαιο» κλπ.!
Ο μανιακός αντικομμουνισμός του NSDAP εκφράζει, φυ­σικά, τον πανικό της αστικής τάξης. Το ότι, όμως, γίνεται λόγος κυρίως για «μπολσεβικισμό» και όχι για «κομμουνι­σμό» δεν είναι τυχαίο. Αποτελεί προσπάθεια «ιδεολογικοποίησης» δυο ζωτικής σημασίας σχεδίων της αστικής τάξης:
-   Κατάληψη της ΕΣΣΔ και αξιοποίηση της.
- Εξόντωση του σοσιαλισμού σαν κρατικής οντότητας και σταθεροποίηση του ιμπεριαλισμού κάτω από γερμανική ηγεσία.
γ. Η έμμονη ιδέα του κινδύνου της επανάστασης και της ανάγ­κης να προληφθεί ή να καταπνιγεί. Οι ηγέτες του NSDAP δεν δίσταζαν να κάνουν επαναστατικά κηρύγματα και να αποκα­λούν την κατάληψη της εξουσίας από τους ίδιους «Εθνικοσοσιαλιστική Επανάσταση». Στην πραγματικότητα, όμως. ο αντιεπαναστατισμός κυριαρχούσε στις γραμμές τους μέχρι του σημείου της έμμονης ιδέας.
Καταρχήν, από την πρώτη στιγμή της ύπαρξης του. το NSDAP στρέφεται ακράτητο ενάντια στους «εγκληματίες του Νοέμβρη», εννοώντας του Νοέμβρη του 1918. Το σχήμα ήταν το εξής: «Οι εγκληματίες» αυτοί ξεσηκώθηκαν, το Νοέμβρη του 1918, καταστρέφοντας το εσωτερικό μέτωπο και καταδι­κάζοντας το στρατό στην ήττα. Έτσι, απαλλάσσεται και από κάθε ευθύνη και ο στρατός και δημιουργείται και ο περίφημος «θρύλος του πισώπλατου χτυπήματος με το εγχειρίδιο» (Dolchstosslegende). Φυσικά, η άποψη αυτή δείχνει ότι οι οπαδοί της, από άγνοια ή συμφέρον, χειρίζονται πολύ «ελεύθερα» την ιστορική αλήθεια, αφού δεν βλέπουν ότι, το Νοέμβρη του 1918, η Γερμανία ήταν, ούτως ή άλλως, χαμένη και ότι η Επανάσταση του 1918 ήταν το αποτέλεσμα και όχι η αιτία της κατάρρευσης.
Πάντως, οι ηγέτες του NSDAP ούτε μπορούσαν ούτε ήθε­λαν να τα καταλάβουν όλα αυτά. Εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν να διακηρύττουν συνεχώς και σε όλους τους τόνους ότι κάτι τέτοιο δεν πρέπει να ξαναγίνει στη Γερμανία. Στα τέλη Ιούνη 1944. ενώ η στρατιωτική ήττα είναι πια φανερή σε κάθε αμερόληπτο παρατηρητή, ο ίδιος ο Α. Χίτλερ, μιλώντας σε ομάδα βιομηχάνων και στρατηγών, αισθάνεται την ανάγκη να τους διαβεβαιώσει ότι «στη σημερινή Γερμανία δεν μπορεί να γίνει καμία επανάσταση». Ενδιαφέρον έχει να παρατηρηθεί ότι ο αντι-επαναστατισμός φαίνεται να αποτελεί το υπόβαθρο και άλλων ιδεών των ηγετών του NSDAP. όπως. π.χ. του αντι­σημιτισμού!. Η αντίληψη της έννοιας του «εβραιομπολσεβικισμού» δεν μας φαίνεται τυχαία. Και, άλλωστε, ο Heinrich Himmler τονίζει: «Η περιοχή του κόσμου που δεν έχει κανένα εβραίο είναι άτρωτη απέναντι σε κάθε επανάσταση».
Ο αντι-επαναστατισμός του NSDAP ακολουθεί κατά πόδας τις διαθέσεις της μεγάλης αστικής τάξης, η οποία, όπως δεί­χνει καθαρά ο λόγος του Χίτλερ του Ιούνη 1944. φοβάται όχι τόσο την ήττα όσο την επανάσταση.
Φυσικά, εδώ παραλείπουμε την εκτενή αναφορά σε μια σειρά ουσιώδη χαρακτηριστικά του NSDAP που βρίσκονται κάπως έξω από το άμεσο ενδιαφέρον του θέματος μας.
— Ο πλήρης ανορθολογισμός, αντανάκλαση της προσπάθειας της αστικής τάξης να ξεφύγει από μια πραγματικότητα που της ξεφεύγει, του φόβου της απέναντι στο μαζικό κίνημα, καθώς και προσπάθεια «δικαιολόγησης» της ωμής βίας ενάντια στις μάζες.
— Η λατρεία του αρχηγού, αντανάκλαση των βλέψεων της μεγαλοαστικής κορυφής για μια «ισχυρή εξουσία».
— Το μίσος ενάντια στην εργατική τάξη σαν «προλεταριάτο», έκφραση του φόβου της μεγάλης αστικής τάξης απέναντι στο προλεταριάτο.
Στα κόμματα υπάρχουν και τα μη ουσιώδη χαρακτηριστικά. Είναι τα χαρακτηριστικά εκείνα που ανάγονται στη σφαίρα της «τεχνικής» της εξυπηρέτησης των «ουσιωδών».
Στο NSDAP τέτοια χαρακτηριστικά είναι ιδιαίτερα η «σο­σιαλιστική» και «εργατική» του εμφάνιση, που έφθασε ως και την ονομασία του. Αυτή η πλευρά του NSDAP δεν αντανα­κλούσε τον πραγματικό του χαρακτήρα και απλώς υπηρετούσε τα «ουσιώδη» χαρακτηριστικά του.
Εδώ παρακαλούμε τον αναγνώστη να αποφύγει μία σοβαρή παρανόηση: η διάκριση ανάμεσα στα ουσιώδη και τα μη ουσιώ­δη χαρακτηριστικά που κάναμε παραπάνω, δεν σημαίνει καθό­λου διαίρεση ανάμεσα σε αναγκαία και μη αναγκαία χαρακτηριστικά. Και αυτό γιατί και οι δυο ομάδες είναι αναγκαίες σε ένα αστικό κόμμα. Χωρίς τα μη ουσιώδη χαρακτηριστικά, τα ου­σιώδη δεν μπορούν να βρουν την πολιτική τους ολοκλήρωση και εφαρμογή, άρα είναι άχρηστα.
Αυτό το βλέπουμε και στο NSDAP, που διατηρεί και τις δύο ομάδες χαρακτηριστικών και μετά τις 30 Ιούνη 1934. Ανάμεσα στα αναρίθμητα παραδείγματα, παίρνουμε μία δήλω­ση του ίδιου του Α. Χίτλερ στο Reichstag τον Ιούλη του 1940, (δηλ. μετά την έναρξη του πολέμου):
«Πρόθεση μου δεν ήταν ο πόλεμος, αλλά η δημιουργία ενός νέου κράτους, σοσιαλιστικού, που θα απολάμβανε τον πιο υψηλό πολιτισμό»[16].
* * *
Κλείνοντας μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι η πολιτική του NSDAP αποτελεί ολοκλήρωση φαινομένων των οποίων αρχικά σημεία παρατήρησαν στην εποχή τους οι κλασικοί του επιστημονικού κομμουνισμού.
Μερικά «παραδείγματα» συναντάμε στη 18η Brumaire. Εν­διαφέρον έχει επίσης μια παρατήρηση που κάνει ο Λένιν το 1920 γι' αυτούς που αποκαλεί «αντιδραστικούς επαναστάτες». Σαν παράδειγμα φέρνει τη στάση των μελών των «Μαύρων Εκατονταρχιών» το 1905, τα οποία, από τη μεριά κυνηγού­σαν τους μπολσεβίκους και, από την άλλη, ζητούσαν τη δήμευ­ση της γης των ευγενών[17]. Φυσικά, κάθε σύγκριση με τη Ρωσία μπορεί να γίνει μόνο mutatis mutandis (σημείωση Ε.Α.: η λατινική αυτή φράση σημαίνει "τηρουμένων των αναλογιών").  Στο παράδειγμα του Λένιν έχουμε ένα φαινόμενο που εκφράζει την επαναστατική κατάρρευση, έστω και βαθμιαία, μιας κοινωνίας που κυοφορεί την Επανάσταση, και που δεν μπορεί να απαλλαγεί απ' αυτή. Στη Γερμάνια έχουμε, αντίθετα, μια κοινωνία που δεν κυοφο­ρεί την Επανάσταση και έχει πια πάρει την αντιδραστική κατηφόρα. Σημειώνουμε πάντως ότι, στην ίδια εκείνη ευκαι­ρία, ο Λένιν αναφέρει το παράδειγμα «ενός καθυστερημένου αγρότη της Α. Πρωσίας» — η Α. Πρωσία υπήρξε, σε συνέχεια, ένα από τα προπύργια του NSDAP — ο οποίος δηλώνει σε μία εφημερίδα ότι «πρέπει να επιστρέψει ο Γουλιέλμος γιατί δεν υπάρχει τάξη στη χώρα αλλά αυτή τη φορά να ακολουθήσει τους μπολσεβίκους».
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Όπως είναι γνωστό, ο ταξικός χαρακτήρας ενός κόμματος καθορίζεται από τους εξής πέντε βασικούς παράγοντες: την πρακτική του, την κοινωνική του σύνθεση τόσο σε επίπεδο εκλογικής και οργανωμένης βάσης όσο και σε επίπεδο ηγε­σίας, τον τρόπο οργάνωσης του, το πρόγραμμα τού και την ιδεολογία του[18].
Όπως είδαμε, το NSDAP με την πολιτική του πρακτική εξυπηρέτησε τα συμφέροντα της πιο αντιδραστικής μερίδας των μονοπωλίων καθώς και αυτά της μεγαλοαστικής τάξης συνολικά: τα κέρδη αυξήθηκαν με ταχείς ρυθμούς, ενώ διαλύ­θηκαν όλες οι οργανώσεις της εργατικής τάξης.
Η ηγεσία του, με την άνοδο στην εξουσία, εντάχθηκε στην μεγαλοαστική τάξη. Ορισμένοι μάλιστα από αυτούς όπως ο Göring και τα SS έγιναν, όπως σημειώσαμε, οι ίδιοι καπιταλι­στές επιχειρηματίες. Αντίθετα, το κομμάτι της ηγεσίας του που δεν είχε άμεση σχέση με τα μονοπώλια, και εξέφραζε —με παραμορφωμένο τρόπο— ορισμένες διαθέσεις των πληβειακών μαζών που ακολουθούσαν το NSDAP, εξοντώθηκε.
Η εκλογική του βάση, όπως έδειξαν οι εκλογές που έγιναν μέχρι το 1932, καθώς και οι πρώτες και τελευταίες εκλογές που έγιναν υπό το ναζιστικό καθεστώς (5 Μάη 1933), ήταν κύρια τα μεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού, ενώ η οργανω­μένη βάση του αποτελείτο βασικά από μεσαία στρώματα της πόλης.
Όπως σημειώσαμε, η δικτατορία των μονοπωλίων υπάρχει και μέσα στο NSDAP μια βασική πλευρά αυτής της δικτατο­ρίας ήταν ο τρόπος οργάνωσης του, ένας τρόπος γραφειοκρατι­κά συγκεντρωτικός, προσωποπαγής που βασίζονταν στην «αρ­χή του Führer».
Τα ουσιώδη χαρακτηριστικά της ιδεολογίας και του προ­γράμματος του, αυτά που εφάρμοσε και στην πολιτική του πρακτική, ήταν ο ανορθολογισμός, ο παθολογικός αντικομμουνισμός και άντι-επαναστατισμός, η λατρεία της δύναμης και του «ισχυρού άνδρα», το μίσος ενάντια στο προλεταριάτο, ο ρατσισμός, το μίσος ενάντια στις «κατώτερες φυλές» κ.ά.
Πηγές αυτών των αντιλήψεων ήταν οι ιδέες της ίδιας της αστικής τάξης στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, οι ιδέες που εκφράζουν την αντίδραση σ' όλη τη γραμμή των μονοπωλίων.
Παράλληλα, προκειμένου να ενσωματώσει και υποτάξει τις μικροαστικές μάζες, το πρόγραμμα και η ιδεολογία του ναζι­σμού περιείχε και μη ουσιώδη χαρακτηριστικά: εκφυλισμέ­νες, διαστρεβλωμένες μορφές ιδεών που προέρχονται από τις λαϊκές μάζες, όπως είναι δημαγωγικός αντικαπιταλισμός, μία αντιμονοπωλιακή φρασεολογία κ.ά. Οι ιδέες αυτές, που ουδέ­ποτε εφαρμόστηκαν στην πράξη, ήταν απαραίτητες —σαν τεχνική— για να λειτουργήσει το NSDAP σαν πολιτικό κόμ­μα της μονοπωλιακής αστικής τάξης, για να υποτάξει και ενσωματώσει τις μάζες στην ανοιχτή δικτατορία της πιο αντι­δραστικής μερίδας του μονοπωλιακού κεφαλαίου.
Η πηγή λοιπόν του φασισμού είναι το ίδιο το μονοπωλιακό κεφάλαιο —και όχι κάποιες έμφυτες βιολογικές ή ψυχολογι­κές ορμές του ανθρώπου, όπως ισχυρίζονται διάφοροι αστοί και μικροαστοί ιδεολόγοι. Και η γνώση αυτή της πηγής και, το κυριότερο, ή πάλη εναντίον της μέχρι την οριστική συντριβή της αποτελεί τον μοναδικό τρόπο για να μην ξαναεμφανισθεί η τραγωδία του ναζισμού.


[1] To NSDAP είναι πράγματι στενά δεμένο με τη Βαυαρία. Εκεί ιδρύθη­κε, εκεί —και όχι στο Βερολίνο— βρισκόταν η έδρα του καθώς και η έδρα του δημοσιογραφικού του οργάνου. Τα «συνέδρια» του Κόμματος γίνονται στη Νυρεμβέργη. Γενικά, μετά το 1919, η Βαυαρία γίνεται το καταφύγιο όλων των αντεπαναστατικών οργα­νώσεων και κινημάτων. Χαρακτηριστικό: στις 5 Γενάρη 1924. το υπουργείο Οικονομικών της Βαυαρίας διέθεσε κονδύλι 3.000 χρυ­σών μάρκων, για την καταβολή βοηθήματος σε 20 ανωτέρους υπαλ­λήλους του NSDAP που, λόγω των γεγονότων του 1923, είχαν μείνει άνεργοι
[2] Το γεγονός ότι, από τις 29 Μάη, ο υπουργός Εξωτερικών Konstantin Freiherr Von Neuwrath καλεί στο γραφείο του τον Βρετανό πρε­σβευτή Sir Eric Phipps και του ανακοινώνει το γεγονός, και το ότι ο τελευταίος ενημερώνει το Λονδίνο, δείχνει τη διεθνή πλευρά του γεγονότος. Κατά τη γνώμη του Sir Eric Phipps η «άδεια» των SA σημαίνει πως η Γερμανία ελπίζει ότι έτσι θα εξασφαλίσει από τη Βρετανία και τη Γαλλία ευμενή στάση απέναντι στο αίτημα της να δημιουργήσει στρατό 300.000 ανδρών (Heinz Höhne, «Mordsache Röhm», Spiegel, 1o μέρος. σελ. 136).
[3] Οι Schleicher και Stasser αναμφίβολα τιμωρούνται για την προσπάθεια τους, το 1932, να διασπάσουν το NSDAP. Ο Gregor Stasser είχε χαρακτηρίσει σαν βασικό κίνδυνο για το Κόμμα «τους Himmler και πάρα- Himmler» (Himmler Und Anhimmler) και χαρα­κτήριζε τον Göring «εγωιστή που δεν έδινε δεκάρα για τη Γερμα­νία; αρκεί να κινούνται όλα γύρω από τον εαυτό του». Πλήρωσε ακριβά τα λόγια του. Ο αδελφός του Otto, που είχε φύγει από το NSDAP το 1931, προτίμησε, σοφότερα, να εγκαταλείψει τη χώρα.
[4] Αξίζει κανείς να ρίξει μια ματιά στην εξέλιξη του στρατηγού. Θα γίνει ο αρχηγός της προσωπικής φρουράς του Χίτλερ, ό οποίος και θα του δείξει ιδιαίτερη αδυναμία, θα στεναχωρηθεί, όμως, πολύ όταν ο στρατηγός των SS, το Φλεβάρη του 1945, δεν θα κλειστεί στη Βουδαπέστη να πεθάνει τελευταίος-, άλλα θα προτιμήσει τη φρόνιμη υποχώρηση. Ο Sepp Dietrich  θα δικαστεί, μαζί με τον Michael Lippert, στο Μόναχο (Μάης 1957) για την υπόθεση Röhrn. Τελικά, καταδικάστηκε σε... 18 μήνες φυλακή! Ο Sepp Dietrich πέθανε, πριν λίγα χρόνια, από κάτι που κάνεις μας δεν θα γλιτώσει: από φυσικό θάνατο.
[5] Υπογραμμίζουμε: στον Χίτλερ προσωπικά και όχι στη Γερμάνια, το Σύνταγμα, τη Σημαία κλπ.
[6] Κ. Pätzold, Μ. Weissbecker, Hakenkreuz und Totenkopf: die Partei des Verbechens. VEB Deutscher Verlag der Wissenschaften,  Berlin 1982. σελ. 266-267. Σκέφτεται κανείς τον Λένιν που βλέπει την εμφάνιση ενός «στρατιωτικού κρατικομονοπωλιακού καπιταλι­σμού» ο οποίος μεταβάλλεται σε «κάτεργο για τον εργάτη». Και, πάλι, η θέση των γερμανών εργατών ήταν. αναμφίβολα, «προνομια­κή», αν συγκριθεί με των εργατών από την «Ανατολή» (ιδιαίτερα ΕΣΣΔ και Πολωνία) που μεταφέρθηκαν στη Γερμανία μετά το 1941.
[7] Παρατήρηση στο Gilbert Badia, Histoire de l’ Allemagne Contemporaine. Editions Sociales, Paris 1964. τ. 2 σελ. 171.
[8] Σ' αυτό, φυσικά, συντελούσε αποφασιστικά η έντονη τάση των εργατών που ανήκαν στο NSDAP να «σπάνε» τις απεργίες.
[9] Κ. Pätzold, Μ. Weissbecker, ο.π., σελ. 253.
[10] Παρατήρηση στο Gilbert Badia, ο.π., τ. 2, σελ. 72: «Ο εθνικοσιαλισμός κατόρθωσε να προσδέσει στην πολιτική της αστικής τάξης την πλειοψηφία του γερμανικού λαού».
[11] Στο φως της τραγωδίας της 30 Ιούνη 1934, ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει η επιστολή του Α. Χίτλερ προς τον Ernst Röhm στις 30/12/1933, δηλ. 6 ακριβώς μήνες πριν: «Σ' ευχαριστώ, αγαπητέ μου Ernst Röhm, για τις απαράγραπτες υπηρεσίες που μου πρόσφερες, καθώς και στο εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα και στον γερμανικό λαό, και ευχαριστώ την τύχη γιατί έχω φίλους και συναγωνιστές όπως εσύ». (Επιστολή που δημοσιεύτηκε στη Völkischer Beobachter της 2ας Γενάρη 1934).
[12] Στην πραγματικότητα η κατάσταση είναι πολύ πιο σοβαρή. Οι εθνικοσοσιαλιστές εργάτες σπάνε τις απεργίες, οι εθνικοσοσιαλιστές υπουργοί σε τοπικές κυβερνήσεις ευνοούν τους πλούσιους και πλήττουν τους φτωχούς, οι ηγέτες του NSDAP συζητούν με τους μεγιστάνες και οι μάζες των οπαδών του NSDAP εξακολουθούν να μην βλέπουν τίποτε. «Βλέπουν» όμως ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα Γερμανίας, π μαρξισμός κλπ. είναι «πράκτορες της Μόσχας» κλπ. Αυτό τείνει να αποδείξει ότι οι μάζες που ακολουθούσαν το NSDAP δέχονταν τα ριζοσπαστικά του κηρύγματα μόνο εφόσον συνδυάζονταν με άλλα που τα έκαναν ανεφάρμοστα. Δεν πρόκειται δηλ. απλώς για μια απλή και χονδροειδή απάτη, αλλά για την πολιτικοϊδεολογική έκφραση της μαχητικής αντίδρασης. Το ψυχολογικό και ιδεολογικό μέρος του φαινομένου είναι, κατά τη γνώμη μας, η έκφραση του γεγονότος ότι η κρίση δεν ήταν τόσο βαθιά ώστε να διαλύσει τον κοινωνικό ιστό, αλλά αρκετή για να επιβάλλει την αλλαγή της μορφής κυριαρχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Αυτό, με τη σειρά του, καθόρισε τα «ουσιώδη» και τα «μη ουσιώδη» χαρακτηριστικά της αναταραχής.
[13] Ας μην είμαστε άδικοι. Οι παραπάνω δεν ήταν οι μόνοι. Το Γ’ Ράιχ ήταν η χώρα όπου η ληστεία ήταν το εθνικό ιδανικό. Μετά την έναρξη του πολέμου, έγινε και εθνικό σπορ. Το τραγούδι του Μ. Μπρεχτ «Τι κερδίζει η γυναίκα του στρατιώτη» («Ο Σβέικ στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο»), ερμηνεία Μ. Φαραντούρη, δείχνει μια μικρή αντανάκλαση της πραγματικότητας.
[14] Στην επιθετική στάση της «λαϊκής κοινότητας» προς τα έξω βλέπει κανείς τη μανιακή επιθυμία της μονοπωλιακής αστικής τάξης να κατακτήσει όλο τον κόσμο. Στην ιδέα της «ανωτερότητας» αυτής της «κοινότητας», την προοπτική της εκμετάλλευσης των άλλων χωρών.
[15] Ο Χίτλερ είχε κι άλλες ερμηνείες του σοσιαλισμού εκτός από την παραπάνω, την οποία μας παραδίδει ο Hermann Rauschning στο Ο Χίτλερ μου είπε Π.χ., στο συνέδριο του NSDAP στη Νυρεμβέργη το Σεπτέμβρη του 1933, δήλωνε: «Αν η λέξη σοσιαλισμός έχει κάποια έννοια, σημαίνει ότι πρέπει να ζητήσουμε από τον καθένα, με σιδερένια δικαιοσύνη, να συμβάλλει στην ευημερία του συνόλου ανάλογα με τις ικανότητες του». Οι βασιλιάδες του χρηματιστηρίου μπορούν να κοιμούνται ήσυχα. Οικονομικές αλλαγές δεν προβλέ­πονται. Ο Dr. Rober Ley είχε τις δικές του ιδέες, παρόμοιες: Στους λόγους του εξηγούσε ότι «ο σοσιαλισμός πρέπει να γίνει κατανοητός με την καρδιά. Σημαίνει απλώς τη συντροφικότητα, το αίσθημα της κοινότητας, τη νομιμοφροσύνη, τη φυλετική κοινότητα». Οι εργάτες πρέπει «να βαδίζουν με το κεφάλι ψηλά, ακόμη και αν έχουν μαυρισμένο πρόσωπο ή ροζιασμένα χέρια». Και βεβαίωνε ότι «στο μέλλον δεν θα υπάρχουν πια αφεντικά, εργάτες και υπάλ­ληλοι, αλλά μόνο άνθρωποι της δουλειάς. Γερμανοί της δουλειάς» (Gilbert Badia, ο.π., τ.2, σελ. 44).
[16] Στον «πολιτισμό» των χιτλερικών δεν περιλαμβάνονταν η μόρφωση. Ο Χίτλερ δεν ήθελε «πνευματική εκπαίδευση. Θα μου χαλάσει τη νεολαία, θέλω μία αθλητική νεολαία. Αυτό είναι το πρώτο και το πιο σημαντικό». (Η. Rauschning: Ο Χίτλερ μου είπε).  Οι συνέπειες θα είναι σοβαρές. Ανάμεσα στο 1933 και στο 1939, ο αριθμός των φοιτητών των πανεπιστημιακών σχολών μειώθηκε σχεδόν στο 50%. Μετά το 1937, το Ράιχ θα αντιμετωπίσει έλλειψη νέων ειδικευμένων στελεχών. Ήταν αυτό ένα από τα αίτια των δυσχερειών της Χιτλερικής Γερμανίας στον τομέα του σχεδιασμού και της παραγωγής μη συμβατικών όπλων; (Βλ. Gilbert Badia. ο.π., τ.2, σελ. 21
κ.ε).
[17] Β. Ι. Λένιν, «Πολιτική Έκθεση της ΚΕ του ΚΚΡ (μπ) στην ΙΧ Πανρωσική Συνδιάσκεψη (22-25 Σεπτέμβρη 1920), δημοσιογραφική περίληψη Άπαντα, τ41, σελ. 282.
[18] Βλ. Ν. Κοτζιά, Ο «τρίτος δρόμος» του ΠΛΣΟΚ. εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 1983, σελ. 112.