3/5/19

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΕΘΝΟΥΣ ΣΕ 30"




Μια συμβολική και σκληρή περιγραφή της νεοελληνικής ιστορίας και της έννοιας του έθνους, με βάση τους ανδριάντες γύρω από τα Προπύλαια του Πανεπιστημίου Αθηνών όπως την παρουσιάζει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο βιβλίο του "Η Ελλάς ως κράτος δικαίου".
«…στον δε πρακτικόν (σ. τομέα) μπορούμε κυριολεκτικώς να τη ψαύσωμε (σ. την περί "έθνους" έννοια), διατρέχοντες την νεοελληνική ιστορία εντός 30 δευτερολέπτων. 
Οι νομίζοντες ότι χρειάζεται περισσότερο απατώνται οικτρώς και αδίκως ματαιοπονούν στο σκότος των βιβλίων. 
Τα πράγματα κρέμονται στον Ήλιο:
Ευρισκόμεθα εις την οδόν Παν/μίου και προχωρούμεν προς τα Προπύλαια. Μπροστά-μπροστά το άγαλμα του Γλάδστωνος. Τά δάκτυλα τού δεξιού χεριού κομμένα, αλλά ξανά κολλημένα και ολόλευκα σαν δάκτυλα παρθένου πριγκιπίσσης των ανακτόρων των Βλαχερνών. Προχωρούμεν. Δεξιά κάποια τεφροδόχος με «ονόματα πεσόντων» (γιατί;) και αριστερά κάποιο «άγαλμα τής νίκης» (ποιας;), αμφότερα άνευ σημασίας. Προχωρούμεν έτι στο μέσον το σιντριβάνι. Το σιντριβάνι σαν σύμβολο εκφράζει το ανακύκλισμα της ζωής. Το νερό, πάντα ίδιο, υψώνεται και πέφτει, διαρκώς ανανεώνοντας τον εαυτό του. Είναι το αγαπημένο σύμβολο των λαών της μακρινής Ανατολής στους κλειστούς χώρους, όπως ήταν και το φίδι πού δαγκάει την ουρά του σύμβολο των αρχαίων μυστικών. Το δικό μας σιντριβάνι δεν έχει νερό αυτή την εποχή, είναι όμως κανονικός σκουπιδοτενεκές γεμάτος σύριγγες άπ’ τα ναρκωτικά. Προχωρούμε λίγο ακόμα.

Μπροστά μας δύο μικρά αγαλμάτια καθήμενων μορφών (οικονομία στα έξοδα!), τα όποια ακριβώς περιεργαζόμεθα λόγω τής προφανούς προθέσεως οικονομίας. Επί των αγαλματίων αυτών ευρίσκομεν πλήρως επιβεβαιουμένην την λαϊκήν ρήση «το φτηνό κρέας το ζουμί του πίνει», πλην και άλλα πράγματα εξόχου «εθνικής» σημασίας. Δεξιά ό Κοραής, κυρτωμένος απ' το διάβασμα, με αναπεπταμένες τις δέλτους του επί του αριστερού πέτου. Οι δέλτοι κάποτε στραπατσαρίσθηκαν — ασφαλώς σε κάποια διαδήλωση για την «Δημοκρατία» —, αλλά πάντως ξανακολλήθηκαν όπως κι όπως. Αυτό όμως πού λείπει από τον Κοραή είναι ακριβώς το σπουδαιότερο γι' αυτόν σωματικό μέλος: τα δάχτυλα τού δεξιού χεριού πού γράφει. Είναι έτσι κομμένα, σαν να πρόκειται για τορναδόρο πού του τα «πήρε» ό τόρνος και έμεινε έτσι κοκκαλωμένος πηγαίνοντας στο υπουργείο εργασίας να βγάλη σύνταξη. Κατά τα άλλα ή μύτη του Κοραή ακόμη κρατιέται.



Κυττάζομε τώρα αριστερά. Πρόκειται για τον Καποδίστρια, το όνομα τού οποίου φέρει και το Παν/μιο (αφού με δική του πρωτοβουλία χτίσθηκε μέσω του κληροδοτήματος Δομπόλη). Το «φερώνυμο» αυτό ίδρυμα απέκτησε τελευταίο το άγαλμα του Ιδρυτή του, το 1932 δηλαδή, και μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούσε να γίνει αλλοιώς. Το αγαλμάτιον είναι προϊόν εράνου και τούτο φαίνεται στην τελείως φθηνιάρικη κατασκευή και επεξεργασία. Ή πέτρα ούτε σαν ποιότητα μοιάζει με αυτή των άλλων αγαλμάτων, ούτε σαν επεξεργασία. Του Κοραή είναι όντως γλυπτό• είναι σμιλευμένη ή καρέκλα, τα ρούχα και πολλές λεπτομέρειες. Από πίσω το άγαλμα του Καποδίστρια είναι μια ανεπεξέργαστη σχεδόν πέτρα, χωρίς λεπτομέρειες, απλώς «μια ιδέα», και μπροστά κάθεται ό Καποδίστριας μέσα σ' ένα απλό παλτό συνταξιούχου συμβολαιογράφου ελαιουργείου του 18ου αιώνος. Στάση ή πιο αφύσικη, πού ήθελε τα λιγώτερα λεφτά! Η «φτώχεια» του ελληνικού κράτους είναι καταφανής για το άγαλμα του Ιδρυτή του («του Δήμου Πειραιώς αρνηθέντος οιανδήποτε εισφοράν», λέει ό Πρόεδρος τής ζητείας καθηγητής Γ. Ματθαιόπουλος), διότι απλούστατα ούτε τέτοιο κράτος ονειρεύθηκε ό Καποδίστριας, ούτε σε τέτοιο κράτος έχει θέση το άγαλμα του. Και αυτό φαίνεται στο πρόσωπο: λείπει ολόκληρη ή μύτη, και κατά τέτοιον τρόπο, σαν να πρόκειται για απαρατημένο πτώμα νεκρού πού το ανεκάλυψαν οι ποντικοί. Η μύτη των αγαλμάτων είναι το χαρακτηριστικό στοιχείο καί ο κύριος στόχος του βανδαλισμού από την ελληνική αρχαιότητα. Η μύτη του Καποδίστρια και τα δάχτυλα του Κοραή — και οι δύο αυτοί άνθρωποι δεν έπαψαν ως τα σήμερα να προσφέρουν στο «έθνος»: ή κατάντια των αγαλμάτων τους δείχνει ακριβώς την σχέση του σημερινού «έθνους» με το παρελθόν του. Του «έθνους» υπέρ του οποίου υπάρχουν οι εξουσίες στην Βουλή! Ποιό έθνος;...



Προχωρούμεν προς την είσοδον του Παν/μίου, με την όσην «εθνική εμπειρία» αποκτήσαμε ως τώρα (ήδη διατρέξαμε την νεοελληνική ιστορία κατά 15 δευτερόλεπτα, τώρα μάς μένουν τα άλλα 15). Εδώ αντικρίζομε ύπατες εθνικές μεγαλοπρέπειες. Τα τεράστια αγάλματα του Πατριάρχη δεξιά και του Ρήγα αριστερά, σε υψηλότατα βάθρα, μεγαλύτερα και από αυτό του Γλάδστωνος (αυτό είναι ασέβεια, όπως θα δείξωμε), με απέραντη δουλειά στο σκάλισμα και στις λεπτομέρειες. Ιδίως στο άγαλμα του Πατριάρχη. Σπουδάζομε λοιπόν τα νοήματα του φαναριώτικου κράτους. Ό Πατριάρχης όταν πέθανε ήταν 72 χρονών, ενώ ο εικονιζόμενος μόλις πού φθάνει τα 40 (και με τα γένεια). Στητός και κατά τέτοιον τρόπο πού να θυμίζη τον αρχαίον Περικλή. Το στήθος του προτεταμένο μπούστο καλοθρεμμένης βοσκοπούλας, στητό και πεταχτό να φαίνεται. Και από κάτω ένα σώμα («ηρωικές» και ιδεολογικές γάρ οι ανάγκες στον νου του καλλιτέχνη), πού θα το ζήλευαν όλες οι τουρίστριες πού ψάχνουν για «καμάκια» στο Σύνταγμα. Αλλά εδώ αρχίζουν και οι δυσκολίες: Εμείς ομολογούμε ότι τέτοιον δεσπότη δεν έχομε 'δει ποτέ στην ζωή μας. Αυτό πού ξέρομε να προεξέχη στους δεσποτάδες είναι ή κοιλιά και όχι το στήθος (και μάλιστα στα 72!). Και επί της οποίας κοιλιάς επαναπαύονται τα σύμβολα του Βυζαντινού, ό δικέφαλος και ο Χριστός, με μακρυές καδένες. Ο δικός μας όμως δεν έχει τέτοια. Γιατί, αν είχε, με τέτοιο στήθος, θα έπρεπε να κρέμωνται στον αέρα! Πώς να τα μπαλώσει λοιπόν ό καλλιτέχνης, πού ήξερε πώς έφκιαχνε ιδεολογίες και όχι πραγματικότητες; Τα μπάλωσε όμως: του κρέμασε ένα σταυρό. Όσο του επέτρεπε το μπούστο, ο όποιος έτσι κρέμεται όπως στο στήθος νιόπαντρης γυναίκας. Όλα εκεί μπερδεμένα και στοιβαγμένα, προκειμένου να βγη ο συμβολισμός του «ηρωισμού» της ιδεολογίας. Και μια ουσιώδης λεπτομέρεια: απαραίτητο στοιχείο του «συμβόλου» το σχοινί. Το οποίον είναι δύσκολο να καταλάβη κανείς πούθε βγαίνει από το άγαλμα, αλλά κρέμεται ξαφνικά στην δεξιά άκρη. Ένα κομματάκι απ' το σχοινί έσπασε σε μια μεριά. Και εκεί ακριβώς φαίνεται ή ψιλολεπτομέρεια, που δείχνει το πάντα ενεργό τής Ιδεολογίας. Το κομματάκι είναι κολλημένο με τέτοιαν τελειότητα, ώστε μόνο ο χρόνος στο μάρμαρο δείχνει την διαφορά. Οι «δέλτοι» του Κοραή, αντίθετα, είναι κολλημένες με UHU και λάσπη... Μπροστά στο άγαλμα του Πατριάρχη, ως εικός, κάτι μισοσβυσμένες και ακατάληπτες επιγραφές, για τις οποίες, καθώς λέγεται, μην ξέροντας να τις συντάξουν οι του «ιδρύματος» τότε, κατέφυγαν στους φιλολόγους των γερμανικών Παν/μίων...


Πάμε τώρα στον Ρήγα (μένουν ακόμη 7,5''). Το κεφάλι του Ρήγα είναι σωστά δοσμένο: σλάβο ρουμάνικη φυσιογνωμία της μείζονος Βλαχομπογδανίας του Δουνάβεως, ουδεμίαν σχέση έχουσα με τις ωραίες εκείνες κεφαλές μερικών βοσκών, που ανεκάλυψαν οι Αμερικάνοι μεταπολεμικά στην Πίνδο και τις έβαζαν δίπλα απ' το κεφάλι του Έρμη, σε κάποιες «νεοελληνικές ιστορίες» που εξέδιδαν, προκειμένου να αποδείξουν την αδιάσπαστη συνέχεια μας από την αρχαιότητα ως τα σήμερα!... Από εκεί και πέρα όμως τα του Ρήγα είναι χάος σκοτεινό, διότι επιδιώκεται το νόημα μιας επαναστατικής φυσιογνωμίας των Βαλκανίων (τα Βαλκάνια είχε ο Ρήγας στο νου του και κανένα είδος... «προπυλαίων») να μετατραπεί σε «εθνικό ήρωα» για τις ανάγκες του πρώτου άρθρου του Συντάγματος. Ένα ένδυμα λοιπόν αναδιπλωμένο στη μέση, που αν το ιδής βράδυ (αλλά και μέρα, όπως θα ίδούμε) δεν σου επιτρέπει ακριβώς να πης αν πρόκειται περί της αρχαίας... Ασπασίας ή περί μεγάλου δραγουμάνου τής Πύλης. Το κράτος όμως τότε εστηνόταν με τα αγάλματα ως φαναριωτικό κράτος και κάπως έτσι σκοτεινά έπρεπε να είναι ο Ρήγας στο φως του Ηλίου. Ποιος άλλος να μπη; Προκειμένου να βγούμε από την υποκειμενική μας αδυναμία ως προς την μορφή, αποφασίσαμε να ρωτήσωμε μια διερχόμενη κυρία: «μήπως ξέρετε, κυρία μου, τι παριστάνει αυτό το άγαλμα;» — «Ποιά, καλέ, αυτή; — Ή Μπουμπουλίνα!...» (Μετά την άκρως ικανοποιητική αυτή απάντηση εκάναμε και άλλες δημοσκοπήσεις», δεν τις λέμε όμως γιατί αναμένομε να μας τις πουν οι δημοσιογράφοι στις εφημερίδες, προκειμένου να ξέρομε και με ποσοστά την κατοχύρωση των «ανθρωπίνων δικαιωμάτων» απ' το Σύνταγμα...). Έτσι εντύνονταν οι άνθρωποι τον 19ον αι.; Στην βάση του αγάλματος του Ρήγα η αλυσίδα, κατ’ αντιστοιχίαν προς το σχοινί του Πατριάρχη (ή ψυχολογία του «μάρτυρος» εν διάρκεια, άρα υπομένετε αν δεν έχετε να φάτε...), και από κάτω η μεγίστη φράση: «αυτός μεν ώλετο, σπέρμα δ’ έβλαστεν μέγα». Μέγα, μέγα το σπέρμα λοιπόν...


Τί τώρα υπάρχει πίσω από όλ' αυτά; — Το κτήριο του Πανεπιστημίου, θα έλεγε ένας μυωπικός. Μέγα το λάθος όσο και το σπέρμα! Κατά τούς νόμους της Λογικής, τα αποτελέσματα έπονται των αιτίων, εδώ όμως τα πράγματα οφείλομε να τα ιδούμε ολίγον φουτουριστικά. Το αποτέλεσμα των... αγαλμάτων βρίσκεται μπροστά απ’ τα αγάλματα: τα υπαρξιακά θύματα της «Ιδεολογίας», στρεβλές υπάρξεις και ζητιάνοι επί του πεζοδρομίου, που προσπαθούν με λαχεία, κάστανα και κουλούρια να επιβιώσουν ως τις επόμενες εκλογές βάσει του άρθρ. 51 § 5... Με ένα λόγο, επί του πεζοδρομίου υπάρχουν τα «ανθρώπινα δικαιώματα» και η «αξιοπρέπεια του άνθρωπου» που κατοχυρώνει το ελληνικό Σύνταγμα, μέσω της καπηλείας των αγαλμάτων. Γιατί άλλο λόγο υπάρξεως βέβαια, ιδιαίτερα στην σημερινή εποχή, το ελληνικό Σύνταγμα δεν έχει. Όσο κι αν διεκδική ο κ. Μητσοτάκης τον ρόλο τού... Ευρωδιδασκάλου για τούς άλλους βαλκανικούς λαούς (και σαν τέτοιος βέβαια οφείλει να γνωρίζει, ότι η γραβάτα παραμένει πάντα ελεύθερη, ακόμα κι όταν βγαίνει κανείς στην Τηλεόραση να πείση για την ανάγκη των «απολύτων πλειοψηφιών» με το σακάκι στον ώμο...).

Αυτή είναι η «ιστορία του νεοελληνικού έθνους» και το πολιτικό-κοινωνικό περιεχόμενο του σε 30 δευτερόλεπτα. Δεν μας χρειάζονται οι εντρυφήσεις στα βιβλία. Και ωμιλήσαμε περί καπηλείας, διότι βέβαια περί τέτοιας πρόκειται. Και ως προς τον Ρήγα, και ως προς τον Γρηγόριο. Ως προς μεν τον Ρήγα, διότι του αλλάξαμε όλη την ιστορική υπόσταση και τον εκάναμε «εθνικό ήρωα». Ο Ρήγας, φύση παρορμητική του στιγμιαίου αισθήματος, εσκέφτετο γενικά το πρόβλημα της Βαλκανικής μέσα σε μια λύση συνυπάρξεως με τους Τούρκους. Και είχε τους απώτατους ψυχικούς του λόγους, διότι έφερνε εντός του το έγκλημα που έκανε, σκοτώνοντας τον Τούρκο στο χωριό του. Και ότι ψυχικά ήσαν τα κίνητρα του Ρήγα, αποδεικνύει όχι μόνο η ασάφεια των σχεδίων του, αλλά και η αντιφατικότητα της πολιτικής του, που υπήρξε και η αιτία του θανάτου του (στην Αυστρία ων κλείνει συμφωνίες με τον Ναπολέοντα!...). Ο Ρήγας όμως είχε δύο ακαταμάχητα προσόντα για άγαλμα μπροστά στο Παν/μιο: ότι ήταν και διανοούμενος, και «μάρτυς». Και ήταν κυρίως και φαναριωτικώς ανατεθραμμένος (για την φαναριώτικη φυσιογνωμία του κράτους του καιρού). Ο Καραϊσκάκης π.χ. για όλ' αυτά δεν έκανε. Επίσης και ό Πατριάρχης, ο όποιος πέθανε σαν ένας συνεπής και αφοσιωμένος πράκτορας των Ρώσσων. Ο «αλιεύς», λέει, βρήκε μετά από δέκα μέρες το πτώμα του στον Βόσπορο και το μετέφερε στην Οδησσό. Και γιατί όχι στην Κων/πολη ή κάπου εκεί κοντά; Αν ήταν διακινδυνευμένο για την Κων/πολη, δεν ήταν για τον φτωχόν «αλιέα» ακόμα πιο επικίνδυνο το μακρινό ταξίδι για την Οδησσό με ένα τέτοιο «εύρημα»; Ενδιαφέρθηκαν λοιπόν οι Ρώσσοι να μαζέψουν αμέσως τον άνθρωπο τους και, όταν αργότερα έφκιαξαν την Βουλγαρία — κόβοντας έτσι τις μέσω Ελλάδος επεκτατικές βλέψεις των τότε δυτικών δυνάμεων προς την Μαύρη Θάλασσα —, εχάρησαν το «εύρημα» στο... «βαλσαμοποιείον» των Αθηνών, να τύχη της καταλλήλου αξιοποιήσεως. (Τα άμφια στην Μητρόπολη έφυγαν ήδη μπροστά-μπροστά από την πόρτα που ήσαν και μεταφέρθηκαν κάπως... στερεώτερα στην δεξιά κολώνα).


Η μόνη λοιπόν πηγή του «Έθνους» στο Σύνταγμα, βάσει του οποίου γίνονται οι εκλογές και καταπιέζονται οι μειονότητες στην Ελλάδα, βγαίνει από αυτά τα αγάλματα και από πουθενά άλλου. Αλλά η μύτη του Καποδίστρια μας απαγορεύει να πιστέψωμε τις διαβεβαιώσεις ή και τους ευγενείς πόθους του Ματθαιόπουλου κατά τα αποκαλυπτήρια (διαβεβαιώσεις: «Αι χιλιάδες των καθ’ εκάστην εκείθεν παρερχομένων φοιτητών θα αναμιμνήσκωνται...» και ευσεβείς πόθοι: «...και θα μανθάνουν ότι δια την Πατρίδα υπάρχομεν και υπέρ αυτής ζην οφείλομεν»). Υποθέτομεν λοιπόν ότι είναι ώρα να αδειάσουν τα Προπύλαια από τους σκοτεινούς τούτους συμβολισμούς και τις ιστορικές λαθροχειρίες. Το μόνο άγαλμα πού υπάρχει δικαίως εκεί είναι του Γλάδστωνος. Οι Άγγλοι, μην έχοντας δικό τους «έλληνα» διανοούμενο να στήσουν όπως π.χ. οι Γάλλοι τον Κοραή, έστησαν την πραγματικότητα. Γιατί χωρίς τον Γλάδστωνα — ο οποίος σημειωτέον ήταν ο πιο φιλολογικά καταρτισμένος πρωθυπουργός τής Αγγλίας, τύπος μεσογειακός και που ουδέποτε θα παραχωρούσε τα Επτάνησα αν μπορούσε να κάνη αλλοιώς — ούτε προπύλαια θα υπήρχαν, ούτε οδός Παν/μίου, ούτε πεζοδρόμιο «ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Τουλάχιστον όπως υπάρχουν... Σ’ αυτό λοιπόν το άγαλμα οφείλει να μεριμνήση η πρυτανεία να υπάρχουν κάθε πρωί φρέσκα λουλούδια — μόνη η μέριμνα για τα δάχτυλα δεν επαρκεί —, τα δε υπόλοιπα να τα βγάλωμε από 'κει. Του μεν Καποδίστρια, θα το πετάξωμε, καθότι άνευ άξιας. Του Κοραή, έστω και όπως είναι, θα το μεταφέρωμε στο... «Μουσείο τής Ακροπόλεως». Και τα δυο μεγάλα θα τα μεταφέρωμε στην Μητρόπολη Αθηνών, έως ότου διευκρίνιση το ιστορικό νόημα τους. Στο Σύνταγμα εν τω μεταξύ θα γράψωμε απλώς: «Άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του ποδοσφαίρου και υπάρχουν υπέρ των εκλογών».

Μόνο έτσι θα καταστούμε σεβαστοί στον σύγχρονο κόσμο. Αναγνωρίζοντες την αλήθεια και αποδεχόμενοι τις συνέπειες. Ο ελλαδικός χώρος σήμερα και ο ελληνισμός έχουν πολλά άλλα πράγματα να προσφέρουν, παρά να ασχολούνται με τις απεγνωσμένες μικροεπισκευές των «αγαλμάτων…

[…]
Ο πιστεύων ότι το «έθνος» σταματά στο άγαλμα του Πατριάρχη, απατάται οικτρώς. Ο διερχόμενος την οδό Ακαδημίας κατατρύχεται «εθνικώς» κυκλοδιώκτως: Μπροστά-μπροστά στο παρκάκι του πρώην νοσοκομείου, ο Παλαμάς συνεπαρμένος με ύφος 82 αρχαίων φιλοσόφων. Γιατί άραγε ό Παλαμάς, αφού έχομε τόσους άλλους μεγάλους ποιητές; Μα βέβαια επειδή καθόταν δίπλα επί της Ασκληπιού! Δηλαδή όπου έχουν κατοικήσει ποιητές υπάρχουν παντού τα αγάλματα τους; Εν αντιθέσει προς τα ονόματα των δρόμων, με την «διανόηση» μοιάζει να μην έχωμε ανάλογο πληθωρισμό («15.000 δρόμοι» με το όνομα... Καραϊσκάκη στην περιοχή πρωτευούσης, που να βρουν λογαριασμό και άκρη τα ταχυδρομεία;...). Πρέπει να χτυπηθή πολύ κανείς από το καυσαέριο και να καθίση στο παγκάκι να πάρη μιαν ανάσα, για να «εννοήση» τα του... Παλαμά. Αμέσως μόλις σήκωση το κεφάλι, του έρχεται κατακέφαλα το «δίδαγμα»:
«Αυτόν τον λόγο θα σας πω
δεν έχω άλλον κανένα
μεθύστε με τ' αθάνατο
κρασί του εικοσιένα»


Τα ρητά βέβαια, όπως το «μέγα σπέρμα» του Ρήγα επί παραδείγματι, μπαίνουν στα αγάλματα μπροστά. Για να τα μελετά μαζί με το εικονιζόμενο πρόσωπο ο θεατής και με την επενέργεια τής αισθητικής λειτουργίας να «εμβαθύνη» και να «διδάσκεται». Αν και βέβαια τα αγάλματα, εν αντιθέσει προς τις πλάκες των νεκροταφείων, πρέπει μόνο διά της συμβολικής και της αισθητικής των δράσεως να λειτουργούν. Βλέποντας π.χ. κανείς το άγαλμα του Βίκτωρα Εμμανουήλ στην Ιταλία, καταλαβαίνει τόσα περί Έθνους, όσα και αν εδιάβαζε μια βιβλιοθήκη. Αλλά αυτά βέβαια προϋποθέτουν, ότι τα αγάλματα «λειτουργούν», δηλαδή ότι όντως αποτελούν στοιχεία κάποιας συνείδησης έθνους... Αν είναι όλα... Μπουμπουλίνες, αι, τότε βέβαια επείγει να καταπιή κανείς όπως-όπως το «δίδαγμα» σαν χάπι και... δεν πειράζει, ας μην 'δή και καθόλου τον εικονιζόμενο. Ενώ λοιπόν με τα αγάλματα κατευθύνονται οι άνθρωποι προς τα... ρητά, εδώ κατευθύνονται τα «ρητά» προς τους περαστικούς, ακριβώς την ώρα πού θα τους «πιάσουν τα νεφρά» τους απ' την πεζοπορία και θα θελήσουν ν' ανασάνουν, ή όταν θάχουν ραντεβού στο παγκάκι (όποτε η «ιδεολογία» θα τους ενοχλή με τα γνωστά αποτελέσματα...). Και αν τώρα μεθύση κανείς ελαφρώς με το «αθάνατο κρασί» και θελήση να πάη παραπέρα, είναι τότε που γίνεται πραγματικά τύφλα, διότι θα υποχρεωθή να καταβροχθίση οκάδες γλυκισμάτων. Ο «εθνικός μπουφές» είναι βαρύ πράγμα... Στο μέσον του πάρκου ο Περικλής με πέλματα γερά όσο και η «Ιδεολογία» και γάμπες μυκονιάτη ναυτεργάτου επί τουρκοκρατίας. Ως γνωστόν, οι γάμπες (ιδίως στις γυναίκες), τα δάχτυλα και τα αυτιά έχουν άμεση σχέση με το «μέσα είναι» του ανθρώπου... Αφήνομε λοιπόν τον Περικλή με την πίκρα που μας πότισε και προχωρούμε δεξιόθεν.


Αμέσως μπροστά μας το εκκλησάκι — που κάπου εκεί κοντά βέβαια θα έπρεπε να είναι (υπόλειμμα του νοσοκομείου, μια και η «εθνική πολιτική» τα έφερνε πάντα δύσκολα βόλτα με τις ασπιρίνες...) — και λίγο πιο κάτω, στο μέσον, το κυριολεκτικά αχώνευτο «ντεσέρ» της εθνικής μας πανδαισίας: ένα δοχείο από το οποίον βγαίνει μια Αθηνά που μέσα απ' το κεφάλι της βγαίνει ο Παρθενώνας!


Ουδεμία βέβαια αμφιβολία υπάρχει, ότι το άγαλμα έγινε με ό,τι περίσσεψε λογιστικώς από τις... γάμπες του Περικλή. Αλλά ήταν οπωσδήποτε αναπόφευκτο να ορισθή ως αισθητικός σύμβουλος ο προϊστάμενος της κουζίνας τής Λέσχης Αξιωματικών; Δεν θα μπορούσε τελοσπάντων μια άλλη «Patisserie» να προσφέρη κάτι για την τελείωση αυτής της εθνικής δημιουργίας; Το άγαλμα δεν λαθεύει βέβαια στην «συμβολική» υπόσταση του — αυτή της τούρτας για «εθνικές γιορτές» — αλλά, ομολογούμε, «εθνικώς» εξεταζόμενο παρουσιάζει αισθητές ζαχαροπλαστικές ελλείψεις: μέσα από τον Παρθενώνα, έπρεπε να βγαίνη ο Πατριάρχης, μέσα από τον Πατριάρχη ο Παπαφλέσσας κρατώντας το πανώ «αυτοδυναμία»!


Πηγή: "Η ΕΛΛΑΣ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ", Γεράσιμος Κακλαμάνης, Εκδόσεις 21ου Αιώνα, Αθήνα, 1990

1/5/19

«Ο Ελληνισμός επέτυχε ως Γένος αλλ’απέτυχε ως Κράτος»
μια σπάνια συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη


Σε μια σπάνια συνέντευξη που έδωσε ο Οδυσσέας Ελύτης στον Ρένο Αποστολίδη στην Ἐφημερίδα Ἐλευθερία στις 15 Ιουνίου του 1958, τα λόγια του παραμένουν επίκαιρα.


Ζητεῖται ἡ γνώμη σας, κύριε Ἐλύτη, ἡ ἐντελῶς ἀνεπιφύλακτη καί ἀδέσμευτη, ἐπάνω σέ ὅ,τι θεωρεῖτε ὡς τήν πιό κεφαλαιώδη κακοδαιμονία τοῦ τόπου. Ἀπό τί κυρίως πάσχουμε καί τί πρωτίστως μᾶς λείπει; Ποιά θά ὀνομάζατε «πρώτη μάστιγα» τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς;
Ἀπό τί πάσχουμε κυρίως; Θά σᾶς τό πῶ ἀμέσως: ἀπό μιά μόνιμο, πλήρη, καί κακοήθη ἀσυμφωνία μεταξύ τοῦ πνεύματος τῆς ἑκάστοτε ἡγεσίας μας καί τοῦ «ἤθους» πού χαρακτηρίζει τόν βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στό σύνολο του!
Ἄ! Ἀρχίσαμε!… Μόνιμος, πλήρης καί κακοήθης ἀσυμφωνία!…
Βεβαίως! Ἀλλ᾿ ἀφῆστε με νά συνεχίσω. Αὐτή ἡ ασυμφωνία δέν εἶναι μιά συγκεκριμένη κακοδαιμονία, εἶναι, ὃμως, μιά αἰτία πού ἐξηγεῖ ὃλες τίς κακοδαιμονίες, μικρές καί μεγάλες, τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ Ἑλλάδα κράτος ἕως σήμερα, οἱ πολιτικές πράξεις, θά ἔλεγε κανένας, ὅτι σχεδιάζονται καί ἐκτελοῦνται ἐρήμην τῶν ἀντιλήψεων γιά τή ζωή, καί γενικότερα τῶν ἰδανικῶν πού εἶχε διαμορφώσει ὁ Ἑλληνισμός μέσα στήν ὑγιή κοινοτική του ὀργάνωση καί στήν παράδοση τῶν μεγάλων ἀγώνων γιά τήν άνεξαρτησία του. Ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη δέν ἔχει χάσει, οὔτε σήμερα ἀκόμη, τήν ἐπικαιρότητά της. Σημειῶστε ὅτι δέν βλέπω τό πρόβλημα ἀπό τήν ἀποκλειστική κοινωνική του πλευρά, οὔτε κάνω δημοκοπία.
Δημοκοπία ἀσφαλῶς ὄχι. Πολιτική, ὅμως, ναί. Τό ἐντοπίζετε, δηλαδή, [τό πρόβλημα] κυρίως μέσα στόν χώρο τῆς πολιτικῆς – ἤ κάνω λάθος; Στό κέντρο μάλιστα τοῦ δικοῦ της χώρου. Ἐκεῖ μᾶς πάει τό πρόβλημα πού θέσατε, τῶν σχέσεων μεταξύ λαοῦ καί ἡγεσίας.
Μά ναί. Γιατί εἶναι βασικό. Εἶναι πρῶτο… κι ἄς εἶμαι ποιητής, ἐγώ πού τό λέω, μακριά πάντα ἀπό τήν «πολιτική». Κοιτάξτε: ὁ λαός αὐτός κατά κανόνα ἐκλέγει τήν ἡγεσία του. Καί ὅμως, ὅταν αὐτή ἀναλάβει τήν εὐθύνη τῆς ἐξουσίας –εἴτε τήν ἀριστοκρατία ἐκπροσωπεῖ εἴτε τήν ἀστική τάξη εἴτε τό προλεταριάτο–, κατά ἕναν μυστηριώδη τρόπο ἀποξενώνεται ἀπό τή βάση πού τήν ἀνέδειξε, καί ἐνεργεῖ σάν νά βρισκόταν στό Τέξας ἤ στό Οὐζμπεκιστάν!
Στό Τέξας καί στό Οὐζμπεκιστάν; Ποιητικές χῶρες!… Ἤ μήπως θέλετε νά πεῖτε: «Σάν νά βρισκόταν στή χώρα τοῦ ἑκάστοτε ρυθμιστικοῦ ‘‘ξένου παράγοντος’’; Τοῦ ἑκάστοτε… ‘‘προστάτου’’ μας;» Μήπως ἐκεῖ ἀκριβῶς ἔγκειται τό κακό;
Τό εἶπα μέ τρόπο, ἀλλά βλέπω ὅτι τό θέλετε γυμνό. Καί δέν ἔχω ἀντίρρηση νά τό ξαναπῶ φανερά, καί πιό ἔντονα: ἕνας ἀπό τούς κυριότερους παράγοντες τῶν «παρεκκλίσεων» τῆς ἡγεσίας ἀπό τό ἦθος τοῦ λαοῦ μας, εἶναι ἡ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς καί ἐκ τῶν ἔξω «προστατευτική» κατεύθυνση. Ἀποτέλεσμα καί αὐτό τῆς ἀπώλειας τοῦ ἕρματος, τῆς «παράδοσης».
Ἀντιλαμβάνομαι ὅτι στήν ἐποχή μας ἡ ἀλληλεξάρτηση τῶν ἐθνοτήτων εἶναι τόση, πού ἡ πολιτική δέν μπορεῖ ν᾿ ἀγνοήσει, ὥς ἕναν βαθμό, αὐτό πού θά λέγαμε «γενικότερη σκοπιμότητα». Ὅμως, ὑπάρχει τεράστια διαφορά ἀνάμεσα στήν «προσαρμοστική πολιτική» καί στή δουλοπρέπεια! Αὐτό εἶναι τό πιό εὐαίσθητο σημεῖο τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, «τό τιμιώτατόν του»! Καί αὐτό τοῦ καταπατοῦν συνεχῶς, κατά τόν ἐξοργιστικότερο τρόπο, οἱ ἐκπρόσωποί του στήν ἐπίσημη διεθνῆ σκηνή!
Κι ὁ «ἐπίσημος» ὅρος τῆς δουλοπρέπειας αὐτῆς, κύριε Ἐλύτη; Μήπως εἶναι ὑποκριτικότερος ἀπ᾿ τό «προσαρμοστική πολιτική»; Ἐξοργιστικότερος;
Δέν μ᾿ ἐνδιαφέρει ὁ ἐπίσημος ὅρος τῆς δουλοπρέπειας. Μ᾿ ἐνδιαφέρει ἡ οὐσία. Κι ἐκεῖνο πού ξέρω εἶναι ὅτι μ᾿ αὐτά καί μ’ αὐτά ἐφτάσαμε σέ κάτι πού θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά ὀνομάσω «ψευδοφάνεια». Ἔχουμε, δηλαδή, τήν τάση νά παρουσιαζόμαστε διαρκῶς διαφορετικοί απ’ ὅ,τι πραγματικά εἴμαστε. Καί δέν ὑπάρχει ἀσφαλέστερος δρόμος πρός τήν ἀποτυχία, εἴτε σάν ἄτομο σταδιοδρομεῖς εἴτε σάν σύνολο, ἀπό τήν ἔλλειψη τῆς γνησιότητας.
Τό κακό πάει πολύ μακριά. Ὅλα τά διοικητικά μας συστήματα, οἱ κοινωνικοί μας θεσμοί, τά ἐκπαιδευτικά μας προγράμματα, ἀρχῆς γενομένης ἀπό τούς Βαυαρούς, πάρθηκαν μέ προχειρότατο τρόπο ἀπό ἔξω, καί κόπηκαν καί ράφτηκαν ὅπως ὅπως ἐπάνω σ᾿ ἕνα σῶμα μέ ἄλλες διαστάσεις καί ἄλλους ὅρους ἀναπνοῆς.
Ὥστε, λοιπόν, ζητᾶτε «δικούς μας ὅρους ἀναπνοῆς»!
Ναί. Καί δέν πρόκειται βέβαια γιά «προγονοπληξία». Τά λέω, ἄλλωστε, αὐτά ἐγώ πού, σ᾿ ἕναν τομέα ὅπως ὁ δικός μου, κήρυξα μέ φανατισμό τήν ἀνάγκη τῆς ἐπικοινωνίας μας μέ τό διεθνές πνεῦμα, καί πού σήμερα μέ ἐμπιστοσύνη ἀποβλέπω στή διαμόρφωση ἑνός ἑνιαίου εύρωπαϊκοῦ σχήματος, ὅπου νά ἔχει τή θέση της ἡ Ἑλλάδα. Μέ τή διαφορά ὅτι ὁ μηχανισμός τῆς ἀφομοιώσεως τῶν στοιχείων τῆς προόδου πρέπει νά λειτουργεῖ σωστά, καί νά βασίζεται σέ μιά γερή καί φυσιολογικά ἀναπτυγμένη παιδεία. Ἐνῶ σ’ ἐμᾶς, ὄχι μόνον δέν λειτουργεῖ σωστά, ἀλλά δέν ὑπάρχει κἄν ὁ μηχανισμός αὐτός γιά νά λειτουργήσει! Καί μέ τή διαφορά ἀκόμη ὅτι, ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, ἡ ἡγετική μας τάξη, στό κεφάλαιο τῆς ἑλληνικῆς παιδείας, ἔχει μαῦρα μεσάνυχτα!
Κοιτάξετε μέ προσοχή τά ἔντυπα πού εκδίδει ἡ ἴδια, ἤ πού προτιμᾶ νά διαβάζει, τά διαμερίσματα ὅπου κατοικεῖ, τίς διασκεδάσεις πού κάνει, τή στάση της ἀπέναντι στή ζωή. Οὔτε μιά σταγόνα γνησιότητας! Πῶς θέλετε, λοιπόν, ν᾿ ἀναθρέψει σωστά τή νέα γενιά; Ἀπό τά πρῶτα διαβάσματα πού θά κάνει ἕνα παιδί ὥς τά διάφορα στοιχεῖα πού θά συναντήσει στό καθημερινό του περιβάλλον, καί πού θά διαμορφώσουν τό γοῦστο του, μιά συνεχής καί άδιάκοπη πλαστογραφία καί τίποτε ἄλλο!
Θά μοῦ πεῖτε: εἶσαι λογοτέχνης, καλαμαράς, καί βλέπεις τά πράγματα ἀπό τή μεριά πού σέ πονᾶνε. Ὄχι, καθόλου! Καί νά μοῦ έπιτρέψετε νά ἐπιμείνω. Ὅλα τά ἄλλα κακά πού θά μποροῦσα νά καταγγείλω –ἡ ἔλλειψη οὐσιαστικῆς ἀποκεντρώσεως καί αὐτοδιοικήσεως, ἡ ἔλλειψη προγραμματισμοῦ γιά τήν πλουτοπαραγωγική ἀνάπτυξη τῆς χώρας, ἀκόμη καί ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἀσκεῖται ἡ ἐξωτερική μας πολιτική– εἶναι ζητήματα βαθύτερης ἑλληνικῆς παιδείας!
Ἀπό τήν ἄποψη ὅτι μόνον αυτή μπορεῖ νά προικίσει ἕναν ἡγέτη μέ τήν ἀπαραίτητη εὐαισθησία πού χρειάζεται γιά νά ἐνστερνιστεῖ, καί ἀντιστοίχως νά ἀποδώσει, τό ἦθος τοῦ λαοῦ. Γιατί αὐτός ὁ λαός, πού τήν ἔννοιά του τήν ἔχουμε παραμορφώσει σέ σημεῖο νά μήν τήν ἀναγνωρίζουμε, αὐτός ἔχει φτιάξει ὅ,τι καλό ὑπάρχει – ἄν ὑπάρχει κάτι καλό σ᾿ αὐτόν τόν τόπο! Καί αὐτός, στίς ὧρες τοῦ κινδύνου, καί στό πεῖσμα τῆς συστηματικῆς ἡττοπαθείας τῶν ἀρχηγῶν του, αἴρεται, χάρη σ᾿ ἕναν ἀόρατο, εὐλογημένο μηχανισμό, στά ὕψη πού ἀπαιτεῖ τό θαῦμα!
Ὅσο, λοιπόν, καί ἄν εἶναι λυπηρό, πρέπει νά τό πῶ: ὁ Ἑλληνισμός, γιά τήν ὥρα τουλάχιστον, ἐπέτυχε ὡς γένος, ἀλλ᾿ ἀπέτυχε ὡς κράτος! Καί παρακαλῶ νύχτα μέρα τόν Θεό, καί τό μέλλον, νά μέ διαψεύσουν.
Πρίν κλείσομε, κύριε Ἐλύτη, τη συνέντευξη, κάτι πού ἐθίξατε στήν ἀρχή, τό τῆς παλαιᾶς ὑγιοῦς κοινοτικῆς ὀργανώσεως τοῦ λαοῦ μας, πού ἔχει χαθεῖ πιά, πῶς νομίζετε ὅτι θά μποροῦσε ν’ ἀναβιώσει; «Αν κατεβάλλετο προσπάθεια», πρός ποιά κατεύθυνση;
Σέ μιάν ἀναβίωση αὐθεντική δέν εἶναι δυνατόν πιά νά ἐλπίζουμε – ἀλίμονο! Ἑκατόν τριάντα καί πλέον ἔτη ἀχρησίας εἶναι ἀρκετά γιά ν᾿ ἀτροφήσουν ἀκόμη καί οἱ πιό ζωντανοί θεσμοί. Ὡστόσο, ὑπάρχει τρόπος νά πλησιάσουμε, μέ σωφροσύνη καί μελέτη, στή λύση τοῦ προβλήματος, καί αὐτό σαφώς πρός τήν πλευρά τῆς αὐτοδιοικήσεως, μέ τήν πιό αὐστηρή της ἔννοια.
Δέν εἶμαι ἀρμόδιος βέβαια νά σᾶς προτείνω σχέδια. Θά ἤθελα μόνο νά κάνω δύο παρατηρήσεις: ἡ μία εἶναι ὅτι κάθε ἀπόπειρα πρός τήν κατεύθυνση αὐτή θά πρέπει νά βασιστεῖ στή φυσική καί ἱστορική διαίρεση τῆς χώρας σέ μεγάλα διαμερίσματα, πού εἶναι μιά πραγματικότητα δοσμένη, καί ὄχι στή θεωρητική τῆς γεωοικονομίας, ὅπως ἄκουσα νά ὑποστηρίζεται ἀπό πολλούς. Θά εἶναι μεγάλο σφάλμα νά παραγνωριστοῦν οἱ ψυχολογικοί παράγοντες, ἀπό τούς ὁποίους πολλές φορές ἐξαρτᾶται τό μεγαλύτερο μέρος της ἐπιτυχίας.
Ἡ ἄλλη παρατήρηση εἶναι ὅτι τά μεγάλα αὐτά διαμερίσματα (μέσα στά ἑλληνικά μέτρα πάντοτε) θά πρέπει νά ὑποδιαιρεθοῦν σέ πολλές μικρές μονάδες, στενότερες καί ἀπό τήν ἐπαρχία, μέ ἀρχές δικές τους καί μέ τή δυνατότητα γιά κοινοπραξίες, προπάντων σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τή γεωργία. Γιατί ὁ πρῶτος ἀντικειμενικός σκοπός εἶναι νά λυτρωθεῖ ὁ πολίτης ἀπό τό «ταμπού» τῆς ἐξουσίας! Καί θά λυτρωθεῖ μόνον ἄν ἔχει τρόπο νά παρακολουθεῖ ἀπό κοντά ποῦ καί πῶς ἀξιοποιοῦνται οἱ θυσίες του, οἰκονομικές καί ἄλλες, πού σήμερα καταβροχθίζονται ἀπό ἕνα μακρινό καί ἀόρατο Φάντασμα.

7/12/15

η σεξουαλική επανάσταση.


η σεξουαλική επανάσταση.

Βασίλης Ραφαηλίδης, 
Κείμενα στο ΕΘΝΟΣ [έκδοση Θεωρία και Ιδέες, 1985, τόμος Β', σελίδες 101-106. 
Το άρθρο γράφτηκε στις 8-7-1984].


Έλεγε ο σοφός ανατολίτης Νασρεντίν Χότζα "Είναι προτιμότερο να μαδάς κάθε μέρα απ' το κεφάλι της μάνας σου δέκα τρίχες παρά να αφήνεις αβοήθητη τη φύση". Είναι φανερό πως ο μυθικός φιλόσοφος-χότζας επιχειρεί εδώ μια σύγκριση ανάμεσα στη μάνα και τη "μάνα-φύση" και παίρνει τη μεριά της δεύτερης, γιατί αυτή, σαν "έννοια είδους" περιέχει και γεννάει την πρώτη: Αν δεν υπήρχε η μάνα-φύση δεν θα υπήρχε ούτε η μάνα μου, συνεπώς ούτε κι εγώ. Και ξερριζώνοντάς της τα μαλλιά, όπως συνιστά ο κυνικός Νασρεντίν Χότζα, της... δίνω να καταλάβει πως η μητρότητα είναι πριν απ' το κάθε τι μια φυσική λειτουργία που διαιωνίζει τον κύκλο της ζωής και του θανάτου. Κι αν η μάνα μου μου "χάρισε τη ζωή" δεν πρέπει να ξεχνάει ότι μου χάρισε ταυτόχρονα και το θάνατο — κι αυτό σημαίνει πως αυτό που μου χάρισε το πήρε πίσω, ακριβώς τη στιγμή που μου το χάριζε. Συνεπώς δεν μου χάρισε τίποτα.

Απλώς, έκανε το καθήκον της απέναντι στη φύση και την κοινωνία, μπαίνοντας στην υπηρεσία της αναπαραγωγής και της συντήρησης της φύσης, συνεπώς και του ανθρώπου που αποτελεί παραπέρα εξέλιξη της φύσης — αν και υπάρχουν άνθρωποι τόσο... φυσικοί (και φυτικοί) που ελάχιστα διαφέρουν απ' τα φυτά της φύσης.

Ο πολιτισμός ορίζεται σαν η ακατάπαυστη προσπάθεια του ανθρώπου να διαφοροποιηθεί απ' τη φύση και να την ελέγξει σύμφωνα με τις επιταγές ηθικών, λογικών, και αισθητικών κωδίκων, οι οποίοι ξεκινώντας από πραχτικές-φυσικές ανάγκες επιδρούν πάνω στο "φυσικό" μετατρέποντας το σε "πολιτισμικό", που με τη σειρά του επιδρά πάνω στο "φυσικό", κι έτσι στον αιώνα τον άπαντα. Το"φυσικό" και το "πολιτισμικό" βρίσκονται σε μια αδιάκοπη διαλεκτική σχέση και κάθε προσπάθεια αποχωρισμού τους είναι μια βάναυση όσο και άσκοπη επέμβαση στη "διαλεκτική της φύσης" όπως θα έλεγε ο Ένγκελς.

Βέβαια, ο Νασρεντίν Χότζα που λέγαμε δεν γνωρίζει διαλεκτική, και πολύ περισσότερο δεν γνωρίζει ... μαρξισμό. Πράγμα που δεν τον εμποδίζει να γνωρίζει αυτό που ποτέ δεν κατάφεραν να μάθουν κάποιοι διαπρύσιοι κήρυκες του "φυσικού" και της "φυσικότητας" που μας πρήξαν με τα πονηρά κηρύγματα τους για "επιστροφή στη φύση", χωρίς να αναλογίζονται τις λογικές και πραχτικές συνέπειες αυτής της ρητορικής διακήρυξης: Επιστροφή στη φύση σημαίνει επιστροφή στην κατάσταση του ζώου, από κει στην κατάσταση του φυτού, από κει στην κατάσταση της αμοιβάδας και, τέλος, πήδημα στην κατάσταση της ανόργανης ύλης.
Και, βέβαια, δεν είναι "επιστροφή στη φύση" το κουβάλημα στην εξοχή του ψυγείου, του μίξερ, του τρανζίστορ, της τηλεόρασης και των άλλων προϊόντων της επιστήμης και της τεχνολογίας. Είναι εισβολή στη φύση του πολιτισμού — και μια προσπάθεια παραπέρα μετατροπής του "φυσικού" σε "πολιτισμικό". Όποιος τολμάει ας επιστρέψει στη φύση ολόγυμνος, όπως τον έκανε η φύση (ο λαός λέει: όπως τον γέννησε η μάνα του) και θα δεις για πότε θα επιστρέψει στον πολιτισμό τρέχοντας, πρώτα πρώτα για να φάει... κονσέρβα που θα την αγοράσει από το πλησιέστερο μπακάλικο κι ύστερα για να φορέσει κανένα βρακί, φκιαγμένο όχι απ' τη φύση αλλά από την κοινωνία σ' εκείνους τους κατ' εξοχήν μη φυσικούς χώρους που λέγονται εργοστάσια. Για να το πούμε καθαρά: Ή επιστρέφει κανείς στη φύση ή επιστρέφει στο σπίτι του ύστερα από μια επίσκεψη φιλοφροσύνης στη μάνα-φύση το σαββατοκύριακο.

Πρέπει να βοηθάει κανείς τη φύση, όπως μας συνιστά ο Νασρεντίν Χότζα, αν θέλει να βοηθηθεί απ' αυτήν. Διάολε, κάποιος βοήθησε και τη μάνα μας να μεγαλώσει και να γίνει ικανή προς αναπαραγωγήν και κάποιος μας φύτεψε στα σπλάχνα της. Η φυσική αναπαραγωγική της ικανότητα θα έχανε το νόημα της αν κάποιος ή κάποιοι δεν φρόντιζαν τη μάνα μας όσο ήταν ακόμα νήπιο αλλά και πολύ αργότερα. Βέβαια, ο σουρεαλιστής Πολ Ελιάρ λέει: "Σκοτώστε τη μάνα σας όσο είναι ακόμα νέα", αλλά εννοεί εξουδετερώστε την παρατεινόμενη επιρροή της, μην επιτρέπετε να σας κάνει κτήμα της, μην πίνετε το γάλα της όλη σας τη ζωή, μάθετε να φοράτε μόνοι σας το πουλόβερ όταν κάνει κρύο, απαλλαγείτε με κάθε τρόπο απ' την ασφυκτική προστασία της αν θέλετε εν καιρώ να ξεκόψετε απ' τους άλλους προστάτες, που θα τη διαδεχτούν στη ζωή σας. Μ' άλλα λόγια, γίνετε κοινωνικά όντα, κάντε το άλμα απ' το "φυσικό" στο "πολιτισμικό" και μην ενοχλείτε υπέρ το δέον τη μάνα και τη "μάνα-φύση" γιατί πρέπει να συνεχίσουν τη δουλειά τους.

Λοιπόν, ο πολιτισμός και η φύση είναι ζεύγος αντιθετικών εννοιών, και το "φυσικό" γίνεται "πολιτισμικό" πάντα —και μόνο— με μια ενσυνείδητη επέμβαση του ανθρώπου. Απ' αυτή την άποψη, είναι φανερό ότι η γνώση είναι ο κινητήρας του πολιτισμού και η άγνοια ...ο μεγάλος σύμμαχος της φύσης! Σ' ένα δεύτερο στάδιο ανάπτυξης του παραπάνω συλλογισμού, η άγνοια και η συντήρηση καταντούν λέξεις συνώνυμες, και ο "συντηρητικός άνθρωπος" θα μπορούσε κάλλιστα να οριστεί και σαν "φυσικός άνθρωπος". Μάλιστα, όσο πιο "φυσικός" είναι τόσο το καλύτερο για τους εκμεταλλευτές, που θα σε εκμεταλλευτούν με τον φυσικότερο τρόπο και δεν θα σου επιτρέψουν ποτέ να καταλάβεις πως η φτώχεια, η δυστυχία, η ευτυχία δεν είναι φυσικά, αλλά κοινωνικά γεγονότα, δεκτικά (κοινωνικών) αλλαγών και όχι (φυσικών) μεταλλάξεων.

Ωστόσο, ο άνθρωπος κουβαλάει μέσα του μια ατέλειωτη σειρά "φυσικών καταστάσεων" που το αντίθετο της φύσης, ο πολιτισμός, δεν θα τις εξαφανίσει ποτέ. Τούτες οι φυσικές ανθρώπινες καταστάσεις στηρίζονται όλες στα ένστικτα που είναι "η φύση μέσα μας" στην πιο "καθαρή" της μορφή. Και, το πιο δυνατό και απαιτητικό ένστικτο είναι το σεξουαλικό, γιατί σ' αυτό στηρίζεται η αναπαραγωγή και η διαιώνιση του είδους.
Αν τα ένστικτα είναι "φυσικά γεγονότα", η συμπεριφορά μας απέναντι τους είναι ωστόσο κοινωνικά καθορισμένη. Μια άνευ όρων εγκατάλειψη μας στα ένστικτα σημαίνει άνευ όρων εγκατάλειψη μας στη φύση. Και δεν υπάρχει πιο γρήγορος και αποτελεσματικός τρόπος για μια "επιστροφή στη φύση" απ' την χωρίς όρους εγκατάλειψη μας στο σεξουαλικό ένστικτο, που είναι επίφοβο ακριβώς γιατί μας απειλεί με την ανεπιθύμητη ολική "φυσικότητα".

Όλοι οι πολιτισμοί προσπαθούν να θέσουν υπό έλεγχο το σεξουαλικό ένστικτο, όχι γιατί το σεξ είναι αμαρτία, όπως θέλουν να λεν οι παπάδες και οι περί αυτούς αδαείς, αλλά διότι ο πολιτισμός γίνεται εντελώς αδύνατος με ένα ολικό άφημα των ατόμων στον απόλυτο εγωισμό του σεξουαλικού ενστίκτου, που έχει την τάση να ικανοποιείται ερήμην όλων των απαγορεύσεων και σε βάρος των πάντων. Το σεξ σκοτώνει στην κυριολεξία — και για να το καταλάβει κανείς αυτό δεν είναι ανάγκη να ανατρέξει στον Φρόιντ. Οι εφημερίδες είναι γεμάτες σχεδόν κάθε μέρα από περιγραφές σεξουαλικών εγκλημάτων.

Σίγουρα, "ο πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας" για το άτομο, όπως έλεγε ο Φρόιντ. Γιατί απ' τη μια μεριά ό,τι κάνει ο πολιτισμός το κάνει και για να προστατέψει το άτομο απ' τις καταστροφικές, συνήθως, "δυνάμεις της φύσης", ενώ απ' την άλλη, για να το πετύχει αυτό, βάζει σε καραντίνα τον ίδιο τον πυρήνα της φύσης, τη σεξουαλικότητα, δηλαδή το "μοτέρ" που διατηρεί την κίνηση της ζωής και που, ειδικότερα στον άνθρωπο, παρέχει το σταθερό φυσικό μέτρο της ατομικής ευτυχίας: Δεν νοείται ευτυχία ξεκομμένη απ' την ηδονή, και δεν νοείται ηδονή πάσης φύσεως (πνευματική, ηθική, αισθητική κλπ.) ξεκομμένη απ' τον αρχικό φυσικό της πυρήνα απ' τον οποίο την έκανε να ξεπηδήσει ο πολιτισμός, μέσα στη μακρόχρονη διαδικασία μετατροπής του φυσικού σε πολιτισμικό.

Ο πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας (ατομικής, το υπογραμμίζουμε), γιατί αφαιρεί απ' τα άτομα τον πιο βαθύ και κρυφό πυρήνα της ευτυχίας τους, το ολικό άφημα στη φυσική ηδονή που χαρίζει το σεξ. Είναι το βαρύ τίμημα που συνεχίζουμε να πληρώνουμε στον πολιτισμό. Ο Φρόιντ αποδέχονταν τούτο το αίτημα, και μάλιστα το θεωρούσε απολύτως αναγκαίο. Μόνο η άγνοια θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αντιμετώπιση του φροϊδισμού σαν ένα είδος "πανσεξουαλισμού" ή "πανηδονισμού".

Εντούτοις, καταλαβαίνει κανείς γιατί ο ιδεαλισμός επιτέθηκε με την ίδια βαναυσότητα και στο φροϊδισμό και στο μαρξισμό: Και οι δυο "ισμοί" αντικαθιστούν το Πνεύμα και την Ιδέα σαν πρωταρχικά κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς με πράγματα πάρα πολύ υλικά και κατανοητά. Ήδη αυτοί οι δυο "ισμοί", με τον Μαρκούζε, τον Ράιχ, τον Αντόρνο, τον Φρομ και πάρα πολλούς ακόμα τείνουν να σμίξουν σε έναν, κι αυτό θα ήταν το τελικό και οριστικό πλήγμα στον ιδεαλισμό. Προς το παρόν, ωστόσο, υπάρχει κάποια διάσταση ανάμέσα στον "επίσημο" μαρξισμό και τον "επίσημο φροϊδισμό", αλλά οι επισημότητες εν γένει δεν κρατούν πολύ. Κάποτε τα πράγματα παίρνουν το φυσικό τους δρόμο, κι ο φυσικός δρόμος της μελλοντικής επανάστασης είναι αυτός που χάραξαν οι δυο πιο μεγάλοι επαναστάτες όλων των εποχών, ο Μαρξ και ο Φρόιντ.

Τη σεξουαλικότητα, οι παπάδες έχουν την τάση να την ηθικοποιούν, οι καλλιτέχνες να την αισθητικοποιούν και οι παραδοσιακοί ψυχολόγοι να την ψυχολογοποιούν. Οι φροϊδομαρξιστές με τη σειρά τους την... κοινωνικοποιούν, δηλαδή την αντιμετωπίζουν σαν ένα κοινωνικό γεγονός τεράστιας κοινωνικής σημασίας. Είναι φανερό πως το σεξ, απ' την ίδια του τη φύση,δεν είναι δυνατό να έχει καμιά σχέση με την ηθική. Η ηθική συμπεριφορά και η σεξουαλική συμπεριφορά είναι δυο τελείως διαφορετικά πράγματα, παρόλο που κάπου τέμνονται οι δυο ευθείες: Στο σημείο όπου η κοινωνία επεμβαίνει στη φύση για να την κοινωνικοποιήσει. Όπως και νάναι,πάντως, η ηθική παραμένει ένα κοινωνικό επιφαινόμενο και το σεξ ένα φυσικό φαινόμενο, ενώ η συμπεριφορά μας απέναντι στο σεξ είναι ένα γεγονός καθαρά και απόλυτα κοινωνικό: Καθορίζεται απ' τις αντιλήψεις μας για το σεξ, που αλλάζουν από εποχή σε εποχή και από τόπο σε τόπο.

Η δολιότητα των ηθικολόγων που έχουν την ακατάσχετη τάση να θολώνουν τα νερά για να ευκολύνουν το ψάρεμα "αμαρτωλών ψυχών" ανακλάται με απόλυτη σαφήνεια στη γλώσσα. Λέμε, για παράδειγμα, "ανήθικη γυναίκα" Και εννοούμε σχεδόν πάντα τη σχέση μιας γυναίκας με τη σεξουαλικότητα. Αντίθετα, λέμε "ανήθικος άνδρας" και εννοούμε αυτό που πρέπει να εννοούμε: Τη σχέση ενός άνδρα με τον ισχύοντα ηθικό κώδικα, πέρα και πάνω απ' το σεξ. Γιατί ηθικοποιήσαμε τη σεξουαλικότητα στη γυναίκα και την αποηθικοποιήσαμε στον άνδρα; Μα, διότι πρέπει να ασκήσουμε έλεγχο στη "νομιμότητα" του τέκνου του άνδρα, που θα κληρονομήσει την περιουσία του και το όνομα του. Όσο για τη γυναίκα, αυτή την περιορίσαμε στο ρόλο της παιδοποιητικής μηχανής, την κάναμε δηλαδή κλώσσα που κλωσσάει τα δικά μας αυγά, δηλαδή αυτά που γέννησε η ίδια και της τα πήραμε.

Ο Φροϊδομαρξισμός, λοιπόν, μας έμαθε πως το σεξ δεν είναι μόνο ένα πανίσχυρο φυσικό γεγονός, αλλά και ένα το ίδιο ισχυρό κοινωνικό γεγονός, όχι εξαιτίας της απαράδεκτης και ακατανόητης ηθικοποίησης του μέσα απ' τους μεταφυσικά κατοχυρωμένους ηθικούς κώδικες προς χρήσιν αδαών και αφελών, αλλά εξαιτίας της χρησιμοποίησης τους απ' τους εξουσιάζοντες για να ασκούν πιο αποτελεσματικά —και ανέξοδα— την εξουσία τους, ενδοστρέφοντας μια εξωτερική απαγόρευση, κάνοντας δηλαδή τό άτομο να πιστέψει πως αυτό που είναι απαγορευμένο είναι τέτοιο γιατί έτσι θέλει ο Θεός και όχι οι άνθρωποι. Βέβαια, είχαν δίκιο να απαγορεύσουν το σεξ οι άνθρωποι, αλλά όχι για τους "ηθικούς" λόγους που επικαλούνται ακατάπαυστα ευνούχοι κατηχητές.

Ωστόσο, οι φροϊδομαρξιστές πιστεύουν πως οι κοινωνικές συνθήκες είναι πια ώριμες για την πιο μεγάλη επανάσταση που θα μπορούσε να ονειρευτεί ο άνθρωπος: Την επανεγκαθίδρυση του ατόμου στο χαμένο του θρόνο, με τρόπο όμως ουσιαστικό. Και τούτη η "ουσιαστικότητα" συνίσταται στην ανεπιφύλακτη παραδοχή του γεγονότος πως αυτό που λέμε ευτυχία κι αυτό που λέμε ηδονή (σ' όλες τις εκδοχές) είναι εντελώς αδύνατο να ξεχωριστούν. Η παλιά διδασκαλία του Επίκουρου είναι, πια, και επιστημονικά κατοχυρωμένη.

Αυτό που ονομάζουμε "σεξουαλική επανάσταση" (ο όρος άρχισε να γίνεται της μόδας απ' το γαλλικό Μάη του 68) δεν είναι μια σεξουαλική ασυδοσία των σεξουαλικά πεινασμένων που, επιτέλους, άρχισαν να τρων... καλά. Είναι η πολιτική αντιμετώπιση της σεξουαλικότητας και η χρησιμοποίηση της στον ευρύτερο αγώνα για την απελευθέρωση του ανθρώπου απ' τα ποικίλα δεσμά του, ορατά και κυρίως αόρατα.

28/11/14

ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΑ ΚΥΘΗΡΑ Μιά περιήγηση στό κοιμητήρι τῶν ἑλληνικῶν ἰδανικῶν ( τοῦ Βασίλη Ραφαηλίδη –ΕΘΝΟΣ 14/10/1984)

Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα εἶναι ἕνα ταξίδι ποὺ δὲ γίνεται. Γιατί τὰ Κύθηρα δὲν ὑπάρχουν. Περισσότερο ἀπὸ γεωγραφικός, τὰ Κύθηρα εἶναι ὁ μυθικὸς χῶρος τῆς «ἄφατης εὐτυχίας» τοῦ Ἀντουάν Βαττώ καὶ τῆς «δύσκολης εὐτυχίας» τοῦ Σὰρλ Μπωντλαίρ. Ἡ «Ἐπιβίβαση γιὰ τὰ Κύθηρα» τὸ πιὸ διάσημο ζωγραφιστὸ πλοῖο ποὺ τὸ «ναυπήγησε» μὲ τὸ χρωστῆρα του ὁ Βαττώ γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν «ἐρωτικῶν γιορτῶν του», τούτη τὴν πιὸ ψηλὴ κορφὴ τοῦ ροκοκό, δὲν ἦταν κι αὐτὴ παρὰ μία ἀπ' τὶς πολλὲς γιορτὲς τῆς καλπαστικὰ ἀνερχόμενης γαλλικῆς ἀστικῆς τάξης τῶν ἀρχῶν τοῦ 18ου αἰώνα. Ἀπ' τὸ 1717 ποὺ ἐκτέθηκε γιὰ πρώτη φορὰ τοῦτος ὁ, κυριολεκτικὰ καὶ μεταφορικά, μυθικὸς πίνακας μέχρι τὸ 1789 μᾶς χωρίζουν μόλις 72 χρόνια. Εἶναι τὰ χρόνια ποὺ οἱ fete galante τοῦ Βαττώ θ' ἀρχίσουν νὰ γίνονται μονότονες, ἔτσι μονότονα ἐπαναλαμβανόμενες στοὺς κήπους καὶ τὰ πάρκα, καὶ θὰ ἑτοιμαστοῦν νὰ ἐκτοπίσουν ἀπ' τὰ ἀνάκτορα τοῦ Κεραμεικοῦ, περνώντας ἀπ' τὴ Βαστίλη, τὶς βασιλικὲς «ἐρωτικὲς γιορτές». Ὁ Βαττώ εἶχε ὅλο τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι κωμικὰ αἰσιόδοξος: Ἡ ἀστικὴ τάξη δὲν ἔχει καταλάβει ἀκόμα τὴν ἐξουσία, καὶ εἶναι ζωηρὴ καὶ εὐδιάθετη, γιατί ὀνειρεύεται ἀπὸ τώρα τὴν ἐπιβίβασή της γιὰ τὰ Κύθηρα.

 Ὅμως, στὰ μέσα τοῦ 19ου αἰῶνα ὁ Μπωντλαίρ, ποὺ πόθησε ὅσο κανεὶς τὸ ὀνειρεμένο ταξίδι, θὰ διαπιστώσει πὼς ὅλα τὰ πλοῖα γιὰ τὰ Κύθηρα ἔχουν βουλιάξει. Τὸ «Κάλεσμα σὲ ταξίδι» δὲν εἶναι παρὰ τὸ εἰρωνικὸ ποιητικὸ «διάβασμα» τοῦ διάσημου πίνακα τοῦ Βαττώ, ποὺ τὸν γνώριζε καλὰ τοῦτος ὁ σπουδαῖος τεχνοκρίτης καὶ ποιητής, ὁ πρῶτος ποὺ κατάλαβε πὼς τὰ Κύθηρα δὲν ὑπάρχουν παρὰ μόνο σὰν συνώνυμό τῆς οὐτοπίας. Καὶ γι' αὐτὸ συνιστοῦσε, γιὰ ἀντιστάθμισμα, «νὰ εἴμαστε συνεχῶς μεθυσμένοι ἀπὸ κρασί, ἀπὸ ποίηση ἢ ἀπὸ ἀρετή, κατὰ τὴν προτίμησή μας». Χωρίς, παρόλα ταῦτα, νὰ ξεκολλάει ἀπ' τὸ ταραγμένο μυαλὸ τοῦ τὸ μεγάλο ὄνειρο ποὺ ἐπέβαλε ὁ Βαττῶ, καὶ ποὺ γρήγορα ξεθώριασε: «Ὅλα ἐκεῖ τάξη καὶ ἡδονὴ — χλιδή, γαλήνη, καλλονή». (Μετάφραση Γ. Σημηριώτη).

 Ὁ «παρακμίας» Μπωντλαὶρ θὰ ἐπιχειρήσει τὸ δικό του ταξίδι στὰ Κύθηρα μέσα ἀπ' τὸ ὄπιο, ἐγκαινιάζοντας ἔτσι. μία καινούρια ἐποχὴ στὰ ποιητικὰ «ταξίδια», ποὺ συνεχίζεται. Βρισκόμαστε ἤδη πολὺ μακριὰ ἀπ' τὸ 1789, κι ἀκόμα πιὸ μακριὰ ἀπ' τὸ 1717, τὴ χρονιὰ ποὺ ὁ Βαττῶ ἔφερε ἀπ' τὰ Κύθηρα, μὲ τὸ περίφημο καράβι του, πάνω ἀπὸ σαράντα Ἔρωτες, ποὺ περιβάλλουν ἀπὸ παντοῦ τους πανευτυχεῖς ταξιδευτές. (Οἱ μελετητὲς ἀπόδειξαν πὼς ἡ Ἐπιβίβαση γιὰ τὰ Κύθηρα ἔχει λανθασμένο τίτλο. Γιατί, πρόκειται σίγουρα γιὰ ἀποβίβαση κι ὄχι γιὰ ἐπιβίβαση. Κάπου τὰ μπέρδεψε ὁ Βαττώ μέσα στὸν ἐνθουσιασμό του, ἀλλὰ αὐτὸ ἔχει πολὺ μικρὴ σημασία: Εἴτε πρόκειται γιὰ ταξίδι ποὺ θὰ γίνει εἴτε γιὰ ταξίδι ποὺ ἔγινε, τὸ σημαντικὸ εἶναι πὼς ὁ Βαττώ δὲν ἀμφιβάλλει γιὰ τὴ σκοπιμότητα καὶ τὴν ἐπιτυχία τοῦ ταξιδιοῦ).

 Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα τὸ ἐπιχείρησαν δύο Γάλλοι, ὁ καθένας μὲ τὸν τρόπο του καὶ τὰ μέσα τῆς δικῆς του τέχνης. Τὸ ἴδιο ταξίδι, ἀλλὰ αὐτὴ τὴ φορὰ ἀπ' τὴν Ἑλλάδα στὴν Ἑλλάδα θὰ τὸ σχεδιάσει, ἀλλὰ δὲ θὰ τὸ κάνει, γιατί ὅπως εἴπαμε τὰ Κύθηρα δὲν ὑπάρχουν, ἕνας Ἕλληνας κινηματογραφιστής, ὁ Θόδωρος Ἀγγελόπουλος, ποὺ γνωρίζει τοὺς Γάλλους καλὰ καὶ τοὺς Ἕλληνες καλύτερα.

 Τώρα, πιά, αὐτοὶ πού ὀνειρεύονται ἕνα ταξίδι στὴν Ἑλλάδα εἶναι οἱ Ἕλληνες, πού ἀναρωτιῶνται πού βρίσκεται αὐτὴ ἡ μυθικὴ χώρα: Εἶναι σίγουρο πῶς ἡ χώρα πού ζοῦμε εἶναι ἡ Ἑλλάδα; Κι ἂν εἶναι ἡ Ζουλουλάνδη μὲ ψευδώνυμο; Ἂν τὰ Κύθηρα, κατὰ τοὺς γεωγράφους, εἶναι νῆσος ἑλληνική, κι ἂν τὰ Κύθηρα, κατὰ τοὺς ποιητές, εἶναι μόνο μῦθος, τότε μία Ἑλλάδα μὲ μυθικὰ Κύθηρα εἶναι κι αὐτή, κατὰ πάσα πιθανότητα, μία χώρα μυθική, δηλαδὴ ἀνύπαρκτη.

 Κι ἔτσι, ἐντελῶς ξαφνικά, στὸ Βαττώ καὶ στὸν Μπωντλαὶρ ἔρχεται νὰ κάνει παρέα ὁ Μπόρχες, μὲ τοὺς ἀντιστρέψιμους λαβυρινθώδεις χώρους του, ὅπου ποτὲ δὲν μπορεῖς νὰ διακρίνεις τὰ ὅρια τοῦ πραγματικοῦ καὶ τοῦ φανταστικοῦ. Ἄλλωστε, ἔχουν καμιὰ σοβαρὴ σημασία αὐτὰ τὰ ὅρια; Στὴν ταινία τοῦ Ἀγγελόπουλου, τὰ Κύθηρα εἶναι ὑπαρκτὰ ἀκριβῶς γιατί εἶναι μυθικά: Ἡ ἑλληνικὴ Ἱστορία εἶναι τόσο σπαραχτικὰ ὑπαρκτὴ ἐδῶ, τόσο ἀπίστευτα ὑπαρκτή, ποὺ ἀκριβῶς τοῦτο τὸ ἀπίστευτο εἶναι ποὺ τὴ μεταθέτει αὐτόματα στὴν περιοχὴ τοῦ μύθου.

 Λοιπόν, ἕνα «Ταξίδι στὰ Κύθηρα» εἶναι, τώρα πιά, ἕνα ταξίδι στὸν Ἅδη, ποὺ τὴν εἴσοδο του συνεχίζουν νὰ τὴ φυλᾶν οἱ Κέρβεροι. Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα τοῦ Ἀγγελόπουλου σὲ καλεῖ σὲ μία κάθοδο στὸν Ἅδη τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ὅπου βρίσκονται ἐνταφιασμένα ὅλα τὰ «ἑλληνικὰ ἰδανικά». Βέβαια, κανεὶς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ν' ἀκολουθήσει τὴν ποιητικὴ περιήγηση σὲ τοῦτο τὸν «οὐ-τόπο». Ὡστόσο, αὐτὸ τὸ ταξίδι στὸ μῦθο διὰ τῆς Ἱστορίας καὶ στὴν Ἱστορία διὰ τοῦ μύθου μπορεῖ νὰ ἔχει ἕνα πολὺ πρακτικὸ ἀποτέλεσμα: Νὰ σοῦ μάθει νὰ διακρίνεις τὸ μυθικὸ ἀπ' τὸ πραγματικό, ὥστε ὅταν λὲς «ζήτω ἡ Ἑλλὰς» νὰ ξέρεις, τουλάχιστον, περὶ ποίου πράγματος ὁμιλεῖς, διότι πάρα πολὺ συχνὰ συμβαίνει νὰ ἀπευθύνουμε τὴν εὐχὴ «νὰ ζήσεις» σ' ἕνα πτῶμα.

 Εἴπαμε πὼς στὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα δὲ γίνεται κανένα ταξίδι στὰ Κύθηρα. Γίνεται ὅμως ἕνα φοβερὸ ταξίδι στὴν ἑλληνικὴ Ἱστορία. Καὶ πρὶν ἀντιμετωπίσουμε τοῦτο τὸ ἱστορικὸ φὶλμ (ἱστορικὸ μὲ τὴ διπλὴ ἔννοια: ἀναφέρεται στὴν Ἱστορία καὶ ἐγγράφεται ἀπὸ τώρα στὴν ἱστορία τοῦ κινηματογράφου) πρέπει νὰ δοῦμε τοὺς γεωπολιτικοὺς ὅρους ποὺ κάνουν τοῦτο τὸ ταξίδι ἱστορικὰ ἀδύνατο καὶ κινηματογραφικὰ παράδοξο. Φυσικὰ τὰ λίγα ποὺ θὰ ποῦμε παρακάτω δὲν ἀποτελοῦν προϋπόθεση γιὰ νὰ κατανοήσει κανεὶς τὴν ταινία. Γιατί, ὅπως πάντα στὸν Ἀγγελόπουλο, ἡ Ἱστορία δὲν ὑπάρχει σὰν παράθεση περιστατικῶν, ἀλλὰ σά στοχασμὸς πάνω σὲ ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ ἔχουν γίνει μυθικὰ γιὰ τὶς ἀνάγκες μίας μυθοπλασίας ποὺ βρίσκεται πολὺ μακριὰ ἀπ' τὸ ρεαλισμὸ ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀπὸ τὴν πραγματικότητα. Ὁ Ἀγγελόπουλος δὲν ἦταν ποτὲ ρεαλιστὴς μὲ τὴν τρέχουσα ἔννοια, οὔτε καν στὴν Ἀναπαράσταση.

 Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα, λοιπόν, εἶναι ἕνα ταξίδι στὴν πίσω μεριὰ τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας, τὴ συνήθως ἀόρατη γιὰ τοὺς ἱστοριοδίφες, ποὺ συλλέγουν ἱστορικὰ γεγονότα μὲ τὴν ἴδια, περίπου, ἔννοια ποὺ ἄλλοι συλλέγουν γραμματόσημα. Ὁ Ἀγγελόπουλος δὲν εἶναι συλλέκτης γραμματοσήμων, κολλημένων πάνω στὴ σελιλόιντ. Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ζεῖ βαθιὰ τὴν Ἱστορία τοῦ τόπου του. Καὶ γι' αὐτὸ ἀκριβῶς οἱ ἱστορικὲς ταινίες του (Μέρες τοῦ 36, Θίασος, Οἱ κυνηγοί, Μεγαλέξαντρος, Ταξίδι στὰ Κύθηρα) φαίνονται τόσο ἀπομακρυσμένες ἀπ' τὴ μεθοδολογία τῶν ἱστορικῶν ἐγχειριδίων καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν ἱστορικῶν συγγραμμάτων, παρόλο ποὺ δὲν τοὺς λείπει, κάθε ἄλλο μάλιστα, ἡ αὐστηρὴ ἱστορικὴ τεκμηρίωση, ποὺ λανθάνει πίσω ἀπ' τὸ αἰσθητικὸ γεγονὸς καὶ τὸ ὑποβαστάζει μὲ σιγουριά, χωρὶς νὰ τὸ διαβρώνει. Οἱ ταινίες τοῦ Ἀγγελόπουλου εἶναι τὸ πληρέστερο ὑπόδειγμα ποὺ γνωρίζουμε γιὰ τὴν προσέγγιση τῆς Ἱστορίας ἀπὸ μία τέχνη ποὺ ἀρνεῖται, γιατί εἶναι ἐμπαιγμός, τὴν ἀναπαράσταση παρωχημένων γεγονότων, ποὺ δὲν τὰ κατέγραψε «ἐν τῷ γίγνεσθαι» μία ἐκεῖ παροῦσα κάμερα.

 Δὲν πρέπει νὰ μᾶς διαφεύγει πὼς στὴν Ἀναπαράσταση δὲν γίνεται τελικὰ ἡ δικαστικὴ ἀναπαράσταση τοῦ ἐγκλήματος, κι αὐτὸ γιὰ νὰ μὴ μπεῖ ἡ κάμερα ἀπατηλὰ στὴ θέση τοῦ αὐτόπτη μάρτυρα. Ἄλλωστε, ἐκτὸς ἀπ' τὴν περίπτωση τῆς αὐτοκτονίας τοῦ Μισίμα μπροστὰ στὴν τηλεοπτικὴ κάμερα, ποτὲ κανεὶς αὐτόχειρας ἢ ἐγκληματίας δὲν κάλεσε τὸ κινηματογραφικὸ συνεργεῖο νὰ παραστεῖ ἀδιάψευστος μάρτυρας στὴν πράξη του. Αὐτό, τὸ συνηθίζουν μόνο οἱ «ἐπίσημοι». Ἀλλὰ ἡ Ἱστορία συνεχίζει νὰ γράφεται πίσω ἀπ' τὶς παρελάσεις, πίσω ἀπ' τὶς δεξιώσεις, πίσω ἀπ' τὰ ἐπιβεβλημένα διπλωματικὰ χαμόγελα. Αὐτὴ τὴν πίσω μεριὰ τῆς Ἱστορίας προσπαθεῖ νὰ «πιάσει» ὁ Ἀγγελόπουλος καὶ γι' αὐτὴν τὴν πίσω μεριὰ τῆς Ἱστορίας δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ ὑπάρξουν ἀδιάψευστα τεκμήρια. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς πὼς δὲν ἔχουμε δεῖ τὴν πίσω μεριὰ τῆς Σελήνης δὲ σημαίνει πὼς δὲν ὑπάρχει. Πρὶν ἀκολουθήσουμε τὸν Ἀγγελόπουλο στὸ ταξίδι του στὴν πίσω μεριὰ τῆς Ἱστορίας τῆς Ἑλλάδας τῶν 35 τελευταίων ἐτῶν, καλὸ θὰ ἦταν νὰ ρίξουμε μία βιαστικὴ ματιὰ στὴ συνοψίζουσα συμβολικὰ τὴν Ἱστορία τῆς Ἑλλάδας, Ἱστορία τῆς νήσου Κύθηρα, γνωστῆς καὶ μὲ τὸ λαϊκό της ὄνομα Τσιρίγο.

 Τὰ Κύθηρα βρίσκονται στὸ νοτιότατο ἄκρο τῆς Πελοποννήσου, ΝΔ τοῦ ἀκρωτηρίου Μαλέα. Κι ὡστόσο, διοικητικὰ ἀνήκουν στὴν Ἀττική! Τοῦτο τὸ γαιοδιοικητικὸ παράδοξο ἔρχεται νὰ μπολιαστεῖ σ' ἕνα δεύτερο: Τὰ Κύθηρα, σὰ μορφολογία ἐδάφους, σὰν ἀρχιτεκτονικὴ ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄποψη πολιτιστική, ἀνήκουν στὶς Κυκλάδες. Κι ὡστόσο εἶναι τὸ ἕκτο νησὶ τῶν Ἰονίων Νήσων. (Τὸ ἕβδομο εἶναι τὰ ἀκόμα πιὸ μακρινὰ Ἀντικύθηρα). Λοιπόν, τὰ Κύθηρα ἀνήκουν στὰ Ἰόνια νησιά, ἀνήκουν στὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου, ἀνήκουν στὴν Ἀττική, ἢ μήπως ἀνήκουν στὴ Λακωνία; Τὰ Κύθηρα ἀνήκουν ὅπου τὰ τοποθετήσεις μὲ μία ἀπόφαση ἢ μία διοικητικὴ πράξη. Τὰ Κύθηρα ἀνήκουν παντοῦ... ἐκτὸς ἀπ' τὸν ἑαυτό τους. Ὅπως καὶ ἡ Ἑλλάδα. Τὰ Κύθηρα εἶναι ἕνας οὐ-τόπος (μία οὐτοπία) μὲ τόσο μπερδεμένη Ἱστορία ποὺ κανεὶς ἱστορικὸς δὲν τὰ κατάφερε νὰ τὴ ξεμπερδέψει μὲ ἐπάρκεια, ὅπως καὶ τὴν «κυθήρεια» ἑλληνικὴ Ἱστορία.

 Τὰ Κύθηρα ὑπῆρξαν φοινικικὴ ἀποικία, μινωικὴ ἀποικία, μυκηναϊκὴ ἀποικία, σπαρτιατικὴ ἀποικία, ἀθηναϊκὴ ἀποικία. Κι ἀργότερα, φράγκικη ἀποικία, βενετσιάνικη ἀποικία, τούρκικη ἀποικία, γαλλικὴ ἀποικία, καὶ τέλος ἀγγλικὴ ἀποικία. Νεοελληνικὴ «ἀποικία» γίνονται τὸ 1863. Μ' ἄλλα λόγια, τὰ Κύθηρα εἶναι Ἡ Ἀποικία, ἡ σχεδὸν πλατωνικὴ Ἰδέα τῆς Ἀποικίας. Νὰ γιατί πάντα ὀνειρεύονταν τὰ Κύθηρα Ἄγγλοι, Γάλλοι, Πορτογάλοι: Ἦταν ἕνας τόπος βολικός, καθότι ἀδέσποτος. Ὅπως ἡ Ἑλλάδα.

 Μάλιστα, ἀπὸ τότε ποὺ οἱ Φοίνικες ἔφεραν στὰ Κύθηρα τὴ θεὰ Ἀστάρτη, ποὺ ἐκεῖ βαφτίστηκε Ἑλληνίδα καὶ πῆρε τὸ ὄνομα Ἀφροδίτη, καὶ κυρίως ἀπὸ τότε ποὺ χτίστηκε ἐκεῖ ὁ περιλάλητος ναὸς τῆς Οὐράνιας Ἀφροδίτης, ὅλος ὁ κόσμος ἔμαθε πὼς στὰ Κύθηρα προσφέρονται ἡδονὲς σὲ μία ἀτέλειωτη ποικιλία. Συνεπῶς, ἕνα ταξίδι στὰ Κύθηρα ἦταν ἕνα ταξίδι στὸ πιὸ πυκνὸ κέντρο τῆς ἡδονικῆς εὐδαινομίας. πού τὸ ὀνειρεύονταν ἐπίμονα οἱ ποιητές, τουλάχιστον οἱ πρὶν ἀπ' τὸν 19ο αἰώνα, γιατί ἀργότερα τὰ πράγματα δυσκόλεψαν καὶ γιὰ τοὺς ποιητές.

 Γιὰ τούς ἀδερφοὺς Γκονκούρ, ἡ Ἐπιβίβαση γιὰ τὰ Κύθηρα τοῦ Ἀντουάν Βαττώ «εἶναι ὁ ἔρωτας, ἀλλὰ ἕνας ἔρωτας ποιητικός, ἕνας ἔρωτας ποὺ ὀνειρεύεται καὶ ποὺ στοχάζεται, ἕνας ἔρωτας μοντέρνος μὲ τὶς νοσταλγίες του καὶ τὴ γιρλάντα τῆς μελαγχολίας του». Περίπου τὸ ἴδιο εἶναι καὶ τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα τοῦ Ἀγγελόπουλου: Ἕνας περιπεπλεγμένος μὲ τὴν Ἱστορία καὶ ἀπ' τὴν Ἱστορία ἔρωτας δύο γέρων, ὀνειρικός, στοχαστικός, νοσταλγικός, μελαγχολικός. Τοῦτος ὁ ἔρωτας ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ ἕναν τόπο γιὰ νὰ σταθεῖ. Καὶ ἡ Ἑλλάδα δὲν εἶναι πιὰ τόπος οὔτε νὰ στέκεσαι, οὔτε νὰ ὀνειρεύεσαι, οὔτε νὰ ἐρωτεύεσαι.
Ἡ Ἑλλάδα, ὄπως καὶ τὰ Κύθηρα εἶναι ἕνας τόπος ὅπου οἱ μύθοι εὐδοκιμοῦν πάντα, καὶ οἱ ἄνθρωποι δυστυχοῦν πάντα.

 Ἡ Ἑλλάδα εἶναι σὰν ἕνας κύκλος μὲ πολλὲς περιμέτρους καὶ κανένα κέντρο. Ἕνας τέτοιος κύκλος λέγεται φαῦλος. Οἱ κυρίως εἰπεῖν Ἕλληνες κατοικοῦσαν ἢ κατοικοῦν στὴν περίμετρο: Ἰωνία (εἶναι συνεχεῖς οἱ ἀναφορὲς τοῦ Ἀγγελόπουλου στὴν Ἰωνία), Πόντος, Παραδουνάβιες Ἡγεμονίες, Κύπρος, Ὀδησσός, Αἴγυπτος, Τασκένδη καὶ σήμερα Γερμανία, ΗΠΑ, Αὐστραλία, Καναδᾶς, κ.λπ. Ἡ «μητρόπολη» εἶναι ἕνας φαντασματικὸς χῶρος καὶ οἱ κατοικοῦντες σ' αὐτὴν Ἕλληνες αἰσθάνονται οἱ μισοὶ μέτοικοι καὶ οἱ ἄλλοι μισοὶ ἄποικοι στὴν ἴδια τους τὴν πατρίδα, ποὺ εἶναι σὲ κατάσταση μόνιμης ἐσωτερικῆς κατοχῆς ἀπ' τὰ ὄρνια.

 Δὲν εἶναι μόνο τὸ ταξικὸ μίσος ποὺ χωρίζει τοὺς ἰθαγενεῖς Ἕλληνες σὲ «στρατόπεδα». Εἶναι καὶ ἡ ἀταβιστικὴ αἴσθηση πὼς αὐτὸ τὸ χῶμα δὲν εἶναι καθόλου «δικό μας καὶ δικό σας», ὅπως ἐπιμένει νὰ λέει ἀφελέστατα καὶ ἀνιστόρητα τὸ νεοπατριωτικὸν ἀσμάτιον. Εἶναι χῶμα ποὺ ἀνήκει σὲ μία ξένη γῆ πρὸς κατάκτηση: Τὸ κάθε ἄλλο παρὰ δίκαιο μοίρασμα τῶν τούρκικων τσιφλικιῶν ποὺ ἄρχισε τὸ 1830 δὲν ὁλοκληρώθηκε ἀκόμα, καὶ τὸ «πνεῦμα τοῦ γουέστ» στὴ νοτιοβαλκανικὴ του παραλλαγὴ εἶναι πάντα ζωντανὸ ἐδῶ. Οἱ Κλέφτες ποὺ φκιάξαν τοῦτο κράτος, διώχνοντας ἄλλους κλέφτες ποὺ ἦρθαν ἀπ' ἀλλοῦ, γίναν Ληστὲς ἀπ' τὸ 1840 μέχρι τὸ 1940 συνεχίζοντας, ἔτσι, ἕναν ἀπελευθερωτικὸ ἀγώνα ποὺ δὲν τελείωσε. Βρισκόμασε πάντα ὑπὸ τὴν ἐσωτερικὴ κατοχὴ τῶν Κοτζαμπάσηδων. (Γιὰ τοὺς Ληστές, τοὺς Κοτζαμπάσηδες καὶ τὸ μεγάλο ἑλληνικὸ ὅραμα μίας ἀποτελεσματικῆς ἀπελευθέρωσης, βλέπε τὸν Μεγαλέξαντρο).

 Οἱ παλιοὶ Κλέφτες, ποὺ νομιμοποιήθηκαν χάρις στὴν αἴσια ἔκβαση τοῦ ἀγώνα τους καὶ οἱ κατοπινοὶ Ληστὲς ποὺ νομιμοποιήθηκαν μόνο στὴ λαϊκὴ συνείδηση καὶ τὴ λαϊκὴ παραφιλολογία, μετεξελίχτηκαν ἱστορικὰ σὲ «ληστοσυμμορίτες», ἢ «κομμουνιστοσυμμορίτες», ἢ ἁπλὰ «συμμορίτες» ποὺ συνεχίζουν καὶ σήμερα νὰ δροῦν τρομοκρατικὰ καθὼς ἦρθαν καὶ σφηνώθηκαν ἄκρως ἐνοχλητικὰ μέσα στὰ ὄνειρα γιὰ εὐδαιμονία ποὺ δημιούργησε στοὺς Κοτζαμπάσηδες τὸ Σχέδιο Μάρσαλ, οἰκονομικὴ συνέπεια τοῦ πολιτικοῦ Σχεδίου Τρούμαν. (Βλέπε καὶ τοὺς Κυνηγούς).

 Τὸ πόσο ἀναίσχυντοι ἦταν οἱ Κοτζαμπάσηδες μὲ παπιγιὸν ἢ χωρίς, μᾶς τὸ ἔδειξε ὁ Ἀγγελόπουλος μὲ ἐκπληκτικὴ ἐνάργεια καὶ σαφήνεια στὸ Μέρες τοῦ 36, ὅπου οἱ πραγματικοὶ συμμορίτες (χωρὶς εἰσαγωγικὰ) προετοιμάζουν τὴν «εὐταξία» τοῦ Μεταξᾶ, μ' ἀφορμὴ τὶς «ἀταξίες» τοῦ Εὐταξία, ποὺ δὲν εἶχε καταλάβει πὼς ἄλλο πράγμα εἶναι τὸ ἀγγουράκι κι ἄλλο τὸ κολοκυθάκι, μὲ συνέπεια νὰ μπερδευτοῦν πρόωρα τὰ λαχανικὰ στὴ ρούσικη (δηλαδή, ἐγγλέζικη) σαλάτα ποὺ ἤδη τὴν ἑτοίμαζαν οἱ Κοτζαμπάσηδες στὴν κουζίνα τους, γνωστὴ καὶ μὲ τὸ ψευδώνυμο «Κοινοβούλιο».

 Στὸ Θίασο, ὅλος ὁ θίασος τῆς ἑλληνικῆς Ἱστορίας βρίσκεται ἐπὶ σκηνῆς. Ἀλλὰ τὴν παράσταση τελικὰ τὴν κλέβουν στὴν κυριολεξία οἱ Κοτζαμπάσηδες, κυρίως χάρις στὴν καλὴ σκηνοθεσία τοῦ Σκόμπυ. Ἐδῶ οἱ «συμμορίτες» αὐτοπεριορίζονται, δυστυχῶς, σὲ ἔξοχα σατυρικὰ ἄσματα, τοῦ τύπου «τὸ βρακὶ τοῦ Σκόμπυ, εἶναι ὅλο κόμποι, κι ἂν λυθοῦν οἱ κόμποι θὰ φανεῖ τοῦ Σκόμπυ ἡ μεγάλη του πολιτική», ποὺ εἶναι «ἐπαναστατικὴ» διασκευὴ τῆς «λευκῆς τζὰζ» ἑνὸς μπούγκι-μπούγκι τοῦ Γκλὲν Μίλλερ. Ἄν, λοιπόν, τὸ Δεκέμβρη τραγουδοῦσαν λιγότερο καὶ πολεμοῦσαν περισσότερο (μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ ΕΛΑΣ ποὺ κρατήθηκαν ἐκτὸς Ἀθηνῶν), σίγουρα ὁ Θόδωρος Ἀγγελόπουλος δὲ θὰ γύριζε τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα. Καὶ ἐκεῖνο τὸ ἱστορικὸ κέρδος θὰ ἦταν μία μεγάλη ἀπώλεια γιὰ τὸν κινηματογράφο. Λοιπόν, οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ — ἂν καὶ τὸ καλὸν ἐδῶ εἶναι τάξεως αἰσθητικῆς καὶ ὄχι πολιτικῆς, πράγμα ποὺ θὰ τὸ προτιμούσαμε, φυσικά. Ἀλλὰ ἡ τέχνη γι' αὐτὸ ὑπάρχει: Νὰ μᾶς παρηγορεῖ γιὰ μία ἀπώλεια μ' ἕνα κέρδος. Καὶ οἱ κερδισμένοι γενικά, κατὰ κανόνα, δὲν κάνουν τέχνη. Περιορίζονται στὸ νὰ τρῶν τὰ κέρδη τους, καὶ στὴν περίπτωση ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ, τὰ κονδύλια τοῦ Σχεδίου Μάρσαλ.

 Λοιπόν, τούτη ἡ χώρα κατοικεῖται μονίμως ἀπὸ «Ἕλληνες» καὶ Ἕλληνες: Γιὰ τὴ Δεξιά, Ἕλληνες εἶναι ὅσοι ἐδήλωσαν τέτοιοι καὶ ὅσοι ἔκαναν μία «δήλωση μετανοίας» γιὰ τὸν «πρότερο ἁμαρτωλὸ ἀνθελληνικό τους βίο». Γιὰ τὴν ἀριστερά, Ἕλληνες εἶναι ὅσοι κατοικοῦν σ' αὐτὴ τὴ χώρα καὶ ὅσοι ἔχουν δικαίωμα νὰ κατοικήσουν στὸ κράτος ποὺ ἔφκιαξαν οἱ Κλέφτες (καὶ οἱ Ἀρματωλοί, ποὺ κι αὐτοὶ ἐπίσης ἦταν Κλέφτες, ἀλλὰ ἀρχικὰ ὑπὸ τὴν προστασία τῶν Τούρκων, ποὺ ἀργότερα τὴν ἀπέσυραν γιατί οἱ Ἀρματωλοὶ ἀποδείχτηκαν, τελικά, «μὴ νομιμόφρονες», καλὴ ὥρα σὰν κάποιους στρατιῶτες τοῦ λεγόμενου «ἐθνικοῦ στρατοῦ», ποὺ βαρέθηκαν τὴ διατεταγμένη ἐθνικοφροσύνη καὶ πέρασαν στὸ ἀπέναντι χαράκωμα, ὅπου δὲν πολεμοῦσες γιατί σὲ διέταζαν ἀλλὰ γιατί τὸ ἤθελες).

 Ὁ γερὸ-Σπύρος (Μάνος Κατράκης) εἶναι, μὲ δεξιὰ ὁρολογία, ἕνας μὴ-Ἕλληνας ποὺ ζεῖ στὴν Τασκένδη ἀπ' τὸ 1949. Δηλαδή, εἶναι ἕνας Ἕλληνας τῆς περιφέρειας (ἢ τοῦ περιθωρίου, ἂν προτιμᾶτε ἕναν ὄρο μὲ ἀσαφὲς νόημα) ποὺ ὅταν ἔρχεται μὲ ἄδεια στὴν Ἑλλάδα, διαπιστώνει ὅτι ἡ Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει. Δὲν ὑπάρχει οὔτε καν ἡ ἑλληνικὴ θάλασσα. Ὑπάρχουν μόνο τὰ οὐδέτερα διεθνῆ ὕδατα, καὶ μέσα τους μία σχεδία ποὺ φέρει (εἶναι γι' αὐτὸν φέρετρο) τὸ σαρκίο του καὶ τ' ὄνειρο του σ' ἕναν «οὐ-τόπο», ποὺ κάτω ἀπὸ ὁμαλὲς συνθῆκες θὰ μποροῦσε νὰ ἦταν ἡ πατρίδα του.

 Ὁ Σπύρος εἶναι ἕνας Βασιλιὰς Λὴρ ποὺ ἔχει χάσει τὸ βασίλειό του στὸν ἐμφύλιο πόλεμο, ἕνας Δὸν Κιχώτης ποὺ πίστεψε πὼς τὸ δόρυ εἶναι ὅπλο ἀποτελεσματικὸ στὴ μάχη μὲ τὸν ἀνεμόμυλο τῆς Ἱστορίας, κι ἕνας Ὀδυσσέας ποὺ γυρίζει σπίτι του μετὰ ἀπὸ τριάντα τόσα χρόνια γιὰ νὰ βρεῖ μία ὀνειροπόλα Πηνελόπη (Ντόρα Βολανάκη) κι ἕναν συγχυσμένο Τηλέμαχο (Τζούλιο Μπρόζι). Ὅμως, οἱ μνηστῆρες ἔχουν ξεπουλήσει πρὸ πολλοῦ τὴν Ἰθάκη του, μὲ συνέπεια ἕνα ταξίδι ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ταξίδι ἐπιστροφῆς στὴν Ἰθάκη νὰ καταλήξει τελικὰ ταξίδι στὰ Κύθηρα, δηλαδὴ στὸ Μεγάλο Μύθο. μίας πεθαμένης «εὐτυχίας γιὰ ὅλους» ποὺ ἐνταφιάστηκε τὸ 1949 στὸ κοιμητήρι τοῦ χωριοῦ του — κι ὅλων τῶν χωριῶν ὅλης της Ἑλλάδας. Ἡ Ἰθάκη δὲν ὑπάρχει πιά. Ὅπως στὴν Ὀδύσσεια τοῦ Καζαντζάκη. 

Μόνο ποὺ στὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα, τούτη τὴν ἀντὶ-ὀδύσσεια, ὁ Ὀδυσσέας δὲ φεύγει γιατί τὸ θέλει. Τὸν διώχνουν. Τὸ ἔπος εἶναι ἀδύνατο στὸν καιρό μας. Ὅλοι οἱ ἥρωες ἔχουν πεθάνει, κι ὅσοι ζοῦν ἀκόμα εἶναι ἀνεπιθύμητοι στὸν τόπο ἀπ' ὅπου ἀντλοῦσαν τὴ δύναμή τους. Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα εἶναι μία ἐλεγεία γιὰ τὸν χαμένο στὸν ὠκεανὸ Ὀδυσσέα, ποὺ δὲν πρόκειται νὰ ξαναβγεῖ στὴ στεριά, γιατί δὲν ὑπάρχει πιὰ ἡ στεριά. Ὑπάρχουν μόνο τὰ Κύθηρα, δηλαδὴ ὁ μῦθος τῆς εὐτυχίας ποὺ ὀνειρεύτηκε ὁ Βαττώ σὲ μία περίοδο μεγάλης ἀκμῆς τῆς ἀστικῆς τάξης πού, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, γνώρισε ὄψιμα τὶς fetes galantes μόνο χάρις σὲ «δάνεια» ποὺ συνεχίζονται.

 Ἡ Ἑλλάδα ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι μία ξένη χώρα γιὰ ὅλους: Γιὰ τοὺς δεξιούς, γιατί δὲν τὰ κατάφεραν ποτὲ νὰ ἀποχτήσουν «ἐθνικὴ συνείδηση». (Δὲν ἀπόχτησαν οὔτε καν συνείδηση). Γιατί, ἐθνικὴ συνείδηση δὲν δημιουργεῖται μὲ Σχέδια Μάρσαλ. Καὶ γιὰ τοὺς ἀριστεροὺς διότι μόνο τὰ δύο τελευταία χρόνια ἄρχισαν νὰ μὴ νιώθουν μέτοικοι μὲ προσωρινὸ διαβατήριο (ὅποιος ἤθελε μποροῦσε νὰ τοὺς τὸ πάρει) στὴν ἴδια τους τὴν πατρίδα. Ἡ Ἑλλάδα συνεχίζει νὰ εἶναι «μία χώρα γιὰ ἐγκατάσταση», ὅπου πρὸς τὸ παρὸν ὅλα εἶναι προσωρινὰ καὶ ἀβέβαια. Πρέπει συνεπῶς κάποτε νὰ κατακτήσουμε τὴν Ἑλλάδα γιὰ νὰ βροῦμε μία πατρίδα ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες. Ἀποκλείεται νὰ ζοῦμε καὶ νὰ πεθαίνουμε μονίμως πάνω σὲ μία σχεδία ποὺ πλέει στὰ διεθνῆ ὕδατα. Τὸ ταξίδι στὰ Κύθηρα πρέπει νὰ γίνει ὁπωσδήποτε, ὅσα πλοῖα κι ἂν βουλιάξουν καθ' ὁδόν. Ἡ οὐτοπία εἶναι γιὰ νὰ τὴ ζοῦμε. Καὶ τὰ Κύθηρα ὑπάρχουν στὸ χάρτη. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑπάρξουν καὶ στὴ ζωή μας.

 Τὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα, ὅπως καὶ οἱ ἄλλες ταινίες τοῦ Ἀγγελόπουλου, εἶναι ἕνα φὶλμ ποὺ ψάχνει γιὰ τὶς ἐθνικές μας ρίζες. Ὄχι στὸ Βυζάντιο (ὁ Ἀγγελόπουλος δέν εἶναι ἀστεῖο πρόσωπο). Ψάχνει γιὰ τὶς ἐθνικές μας ρίζες σὲ χάρτη πρόσφατης χαρτογράφησης, ὅπου σημειώνεται ἡ λέξη «Ἑλλάς», ὄχι ὅμως ὅπως ἁρμόζει σὲ «σωστοὺς» χάρτες καὶ ἡ λέξη «Ἕλλην», τὸ ἰδεολογικὸ καὶ ἐννοιολογικὸ περιεχόμενο τῆς ὁποίας πρέπει νὰ προσδιορισθεῖ μὲ σαφήνεια. Πρίν, λοιπὸν μάθουμε τί σημαίνει «Ἑλλὰς» (τὰ θούρια δὲν ἔχουν νὰ μᾶς μάθουν τίποτα ἐπὶ τοῦ προκειμένου) πρέπει νὰ μάθουμε τί σημαίνει « Ἕλλην». 

Ὁ γερὸ-Σπύρος ὁ ἀντάρτης, ὁ ἐξόριστος, ὁ πεισματάρης, ὁ ρομαντικός, ὁ ἀπούλητος, ὁ γερὸ-Σπύρος ποὺ συνεχίζει νὰ ἀντιστέκεται σὲ μία ἐποχὴ γενικευμένης παθητικότητας, ὁ γερὸ-Σπύρος ποὺ ἀρνιέται νὰ «πουλήσει τὸ χιόνι» γιὰ νὰ γίνει χιονοδρομικὸ κέντρο στὸ χωριό του, ὁ γερὸ-Σπύρος ποὺ συνεχίζει νὰ εἶναι «ἐπικίνδυνος γιὰ τὴ δημόσια τάξη» (διάβαζε: γιὰ τὸ ἰδιωτικὸ πορτοφόλι), ὁ γερὸ-Σπΰρος ποὺ ξαναβρίσκει στὰ παλιὰ λιμέρια του τὶς παλιὲς συνθῆκες παρανομίας (δὲν ξέχασε τὴ «γλῶσσα τῶν παρανόμων»), ὁ γερὸ-Σπύρος ποὺ συνεχίζει νὰ χορεύει μέσα στὰ νεκροταφεῖα καὶ νὰ λέει μία «καλημέρα» στοὺς πεθαμένους συντρόφους, ὁ γερὸ-Σπύρος ὁ σπόρος ἀπ' ὅπου θὰ φυτρώσουν ἴσως κάποτε κι ἄλλα δέντρα στὴν ἄκρη τοῦ νεκροταφείου, ὁ γέρο-Σπύρος ὁ ἀνεπιθύμητος στὴν πατρίδα του, εἶναι Ο ΕΛΛΗΝΑΣ.

 Ὅμως, στὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουν πάντα «Κυνηγοί», ποὺ κυνηγοῦν στὰ χιόνια. Ἀλλὰ τὰ χιόνια δὲν εἶναι γιὰ πούλημα, τὸ ξέρουμε ἤδη. Εἶναι γιὰ νὰ κρύβουν μέσα τους τὸ ὄνειρο, ποὺ συνεχῶς θὰ τὸ βρίσκουν μπροστά τους οἱ ἀπόγονοι τῶν Κοτζαμπάσηδων, κάθε φορά ποὺ βγαίνουν γιὰ κυνήγι. Σὲ κάθε λακκούβα ὅπου τὸ χιόνι λιώνει θ' ἀποκαλύπτεται πάντα τὸ μυστηριῶδες πτῶμα τοῦ Ἀντάρτη, ἴσα ἴσα γιὰ νὰ διατηρεῖται ὁ πανικὸς ἀλλὰ καὶ ἡ Ἐλπίδα. Τὸ «φάντασμα» τοῦ Βελουχιώτη πλανᾶται παντοῦ. Καὶ τοῦτο τὸ «φάντασμα» εἶναι πραγματικὸ ὅσο τίποτα.

 Οἱ τωρινοὶ κυνηγοὶ (οἱ «ἀρχὲς») δὲν βρῆκαν κανένα πτῶμα στὰ χιόνια. Γιατί στὸ Ταξίδι στὰ Κύθηρα δὲν ὑπάρχουν οὔτε πτώματα οὔτε χιόνια. Ὑπάρχει μόνο νερό. Κι ἕνας ζωντανὸς ἄνθρωπος, ὁ Σπύρος, ποὺ ἔρχεται ἀπ' τὸν ὠκεανὸ καὶ ξαναγυρνάει στὸν ὠκεανό. Ὁ ὠκεανὸς γιὰ τὸν Σπύρο δὲν εἶναι τάφος, εἶναι λίκνο. Ἴσως σ' ἕνα ἄλλο φίλμ, τοῦ Ἀγγελόπουλου φυσικά, τὸ πτῶμα του τὸ βροῦν ψαράδες. Θὰ πρόκειται καὶ πάλι γιὰ τὸ ἴδιο μυστηριῶδες πτῶμα τῶν Κυνηγῶν: Ὁ Σπύρος τῆς ταινίας Ταξίδι ὀτα Κύθηρα καὶ ὁ ἀντάρτης τῆς ταινίας Οἱ κυνηγοὶ εἶναι δύο ἐκδοχὲς τοῦ ἴδιου μύθου. Μόνο ποὺ τώρα ὁ μῦθος εἶναι σοβαρὸς καὶ πένθιμος, ὅπως ταιριάζει σὲ κάθε θάνατο κάθε παλικαριοῦ.

 Καὶ σὲ κάθε θάνατο κάθε «προοπτικῆς». Γιατί στὸ φὶλμ διασταυρώνονται συνεχῶς δύο θάνατοι: Ἕνας βιολογικὸς καὶ ἱστορικὸς ποὺ ἐπίκειται καὶ «βοηθιέται» ἀπὸ τὶς «ἀρχές», κι ἕνας συμβολικὸς ποὺ ἔχει ἤδη τελεστεῖ: Ὁ γιὸς τοῦ Σπύρου, ὁ Ἀλέξαντρος (Τζούλιο Μπρόζι) εἶναι ὁ Ἀλέξαντρος τοῦ τελευταίου πλάνου τοῦ Μεγαλέξαντρου, ποὺ ἔφυγε ἀπὸ κείνη τὴν ταινία γιὰ νὰ βρεῖ καταφύγιο σὲ τούτη. Εἶναι, ἀκόμα, τὸ ὀρφανὸ παιδάκι τῆς Ἀναπαράστασης ποὺ καθὼς μεγάλωσε ἔγινε σκηνοθέτης.

 Ἀλλὰ πῶς νὰ εἶσαι δημιουργὸς μέσα σὲ μία χώρα ποὺ δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο γιὰ τοὺς Κοτζαμπάσηδες καὶ τοὺς κολαούζους τους; Τί σημαίνει νὰ δημιουργεῖς γιὰ τοὺς Ἕλληνες, ὅταν αὐτοί, ὄντας ξένοι οἱ ἴδιοι, σὲ θεωροῦν ξένο στὸν ἴδιο σου τὸν τόπο, ποὺ ὡστόσο τὸν ξέρεις καὶ τὸν ἀγαπᾶς ὅσο λίγοι; Ἐπὶ τοῦ βαρβαρικοῦ προκειμένου, οἱ λύσεις εἶναι δύο: Ἢ παίρνεις τῶν ὀματιῶν σου καὶ γίνεσαι καὶ σὺ περιφερειακός, ὅπως τόσοι καὶ τόσοι ἄξιοι σὲ τοῦτον τὸν οὐ-τόπο, ἢ δίνεις ἐδῶ στὸν τόπο σου, τὸν ἀγώνα σου μέχρι τέλους, ἕτοιμος νὰ δεχτεῖς μία μοίρα ἀνάλογη μ' αὐτὴν τοῦ Σπύρου.

 Ὁ Ἀλέξανδρος (δηλαδὴ ὁ Ἀγγελόπουλος) διάλεξε τὴ δεύτερη λύση: Σὲ πεῖσμα ὅλων τῶν ἠλιθίων, θεωρεῖ τὰ Κύθηρα ὑπαρκτά, καὶ τὸ ταξίδι σ' αὐτὰ δυνατό. Ὅλοι οἱ Κυνηγοὶ (κι ἕνας διάολος ξέρει πόσοι τὸν κυνηγοῦν) δὲν θὰ καταφέρουν νὰ στραγγαλίσουν τὸ δικό του ὅραμα. Γιατί, ἕνας «σκηνοθέτης σὲ κρίση» ποὺ καταφέρνει νὰ ἐντάξει τὴν προσωπική του κρίση στὴν «ἐθνικὴ κρίση» σίγουρα εἶναι ἕνας μεγάλος σκηνοθέτης. Δὲν εἶναι καθόλου εὔκολο νὰ ἑνώσεις τὶς δύο συνιστῶσες, τὴν ἱστορικὴ καὶ τὴν ὑπαρξιακὴ σὲ μία συνισταμένη. Καὶ δὲ νομίζουμε πὼς ὑπάρχει ἀνάλογο στὴν παγκόσμια ἱστορία τοῦ κινηματογράφου. Νὰ ἐλπίσουμε πώς θὰ βρεθοῦν πολλοὶ σ' αὐτὸν τὸν οὐ-τόπο, πού θὰ καταλάβουν πώς ἐδῶ ἔχουμε νὰ κάνουμε μὲ τὴν πρώτη ἐθνικὴ ἑλληνικὴ ταινία; Θὰ ἤθελα πολὺ νὰ εἶμαι αἰσιόδοξος. Γιατί κι ἐγὼ πιστεύω πὼς ἕνα ταξίδι στὰ Κύθηρα εἶναι πάντα δυνατό, γιὰ τὸ μέλλον.

2/5/14

JOSE SARAMAGO : “…ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε…”

Aς ιδιωτικοποιηθούν τα πάντα, ας ιδιωτικοποιηθεί η θάλασσα και ο ουρανός, ας ιδιωτικοποιηθεί το νερό και ο αέρας, ας ιδιωτικοποιηθεί η Δικαιοσύνη και ο Νόμος, ας ιδιωτικοποιηθεί και το περαστικό σύννεφο, ας ιδιωτικοποιηθεί το όνειρο, ειδικά στην περίπτωση που γίνεται την ημέρα και με τα μάτια ανοιχτά. Και σαν κορωνίδα όλων των ιδιωτικοποιήσεων, ιδιωτικοποιήστε τα Κράτη, παραδώστε επιτέλους την εκμετάλλευση υμών των ιδίων σε εταιρίες του ιδιωτικού τομέα με διεθνή διαγωνισμό. Διότι εκεί ακριβώς βρίσκεται η σωτηρία του κόσμου… Και μια και μπήκατε στον κόπο, ιδιωτικοποιήστε στο φινάλε και την πουτάνα την μάνα που σας γέννησε. Ζοζέ Σαραμάγκοu (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1998)

26/3/14

Ραφαηλίδης: Περί αναρχίας «Στη φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία», «Η διαφορά μεταξύ αναρχίας και αναρχοαυτονομίας» και άλλα, σ’ ένα διαχρονικό κείμενο του Βασίλη Ραφαηλίδη

Η αναρχία είναι μια κατάσταση φυσική. Κάθε φυσιολογικός άνθρωπος δε μπορεί παρά να νιώθει άσχημα όταν κάποιος ή κάποιοι προσπαθούν να περιορίσουν τη φυσική για κάθε άνθρωπο τάση να φέρεται φυσικά. Η εξουσία είναι κάτι το παρά φύση. Στη φύση δεν υπάρχει εξουσία, υπάρχει ηγεσία. Ηγέτης είναι αυτός που ηγείται, που προηγείται και δείχνει το δρόμο στους άλλους για να μη χαθούν. Το κριάρι δεν ασκεί εξουσία στο κοπάδι, απλώς ηγείται του κοπαδιού. Μια μικρή ή μεγάλη ομάδα ανθρώπων εύκολα δέχεται ως φυσικό ηγέτη αυτόν που αναδεικνύεται φυσικά, μέσα από φυσικές, μη καταναγκαστικές, αυτόματες διαδικασίες. Οι άνθρωποι, ακόμα κι όταν δεν το δείχνουν, πάντα δυσφορούν όταν ο ηγέτης έρχεται έτοιμος απέξω ή πέφτει με αλεξίπτωτο από πάνω. Αναρχία, λοιπόν, είναι η άρνηση κάθε μορφής εξουσίας που δεν είναι φυσική και κοινά αποδεκτή από όλους και όχι μόνον από την πλειοψηφία. Η αναρχία πάει σταθερά κόντρα σε κάθε είδους αρχή, σε κάθε μορφή εξουσίας, θρησκευτική, πολιτική, κομματική. Η αναρχία και η ελευθερία είναι σχεδόν συνώνυμα. Οι προσπάθειες των φιλοσόφων να τοποθετήσουν τα όρια της ατομικής ελευθερίας ενός ανθρώπου δίπλα στα όρια της ατομικής ελευθερίας του κάθε ανθρώπου, δεν είναι παρά μια θεωρητική επιβεβαίωση του κύριου αιτήματος του αναρχισμού για σεβασμό της ατομικότητας και της προσωπικότητας του καθένα. Αρκεί, βέβαια, τούτη η προσωπικότητα να μην είναι χονδροειδώς ετεροκαθορισμένη, και με τον ψυχολογικό μηχανισμό της «ψευδούς συνειδήσεως» να γίνεται αντιληπτή από το άτομο σαν αβίαστα αυτοκαθορισμένη. Δεν είναι δυνατόν κάποιος να πιστεύει πως είναι άνθρωπος με προσωπικότητα, όταν είναι καταφάνερο πως το συνειδησιακό περιεχόμενο της προσωπικότητάς του δε δημιουργήθηκε κάτω από μια πολύ μεγάλη δέσμη ανεμπόδιστων επιδράσεων, αλλά μπήκε στη συνείδηση με «μετάγγιση» από μια κοινή δεξαμενή, ας πούμε από τον Θεό, από την κομματική ιδεολογία, από τη συλλογική «εθνική ψυχή», από τον Αρχηγό. Το αναρχικό κίνημα, με τις πολλές και ποικίλες παραλλαγές του, αποσκοπεί στην εγκαθίδρυση στην κοινωνία καθεστώτος πραγματικής ισότητας, πραγματικής αδελφοσύνης, πραγματικής δικαιοσύνης, έξω και πέρα από κάθε καταναγκασμό που βάζει όρια και στην ισότητα, και στην αδελφοσύνη, και στη δικαιοσύνη. Ο αναρχισμός, η απόρριψη της Αρχής, της εξουσίας σε όλες της τις μορφές, είναι ένα ιδανικό για την αβίαστα και ελεύθερα αυτορυθμιζόμενη προσωπικότητα. Μια συγκεκριμένη «κοινωνία ζώων» δεν αλληλοσπαράσσεται. Τα μέλη της ανακαλύπτουν την αξία της φυσικής κοινωνικότητας μόνα τους, με βάση το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Το φυσικό δίκαιο δεν είναι το δίκαιο της ζούγκλας. Γίνεται, όμως, δίκαιο της ζούγκλας όσον αφορά στις «εξωτερικές σχέσεις». Μια ομάδα ζώων του ίδιου είδους μπορεί να βρίσκεται σε σταθερά εχθρικές σχέσεις με μια άλλη ομάδα ζώων διαφορετικού είδους. Αν αντιμετωπίζουμε τις ανθρώπινες φυλές σαν διαφορετικά ζωικά είδη που αλληλοσπαράσσονται μέχρι εξοντώσεως, τότε δεν είμαστε μόνο ρατσιστές, είμαστε ζώα, αφού ξέρουμε πως όλοι οι άνθρωποι, ασχέτως φυλής, ανήκουν στο ίδιο βιολογικό είδος. Κανένας άνθρωπος δε διαφέρει από τον άλλο όσον αφορά στις βιολογικές λειτουργίες. Κάθε διαφορά στην εξωτερική εμφάνιση έχει σχέση μάλλον με το περιβάλλον παρά με τη βιολογία. Όταν ζεις στη διακεκαυμένη ζώνη είναι σαν να κάνεις μια διαρκή, καταναγκαστική ηλιοθεραπεία. Το δέρμα σου μαυρίζει και το επίκτητο χαρακτηριστικό γίνεται κληρονομικό με την εγγραφή του στο DNA. Κάθε λευκός θα μαυρίσει ύστερα από χίλιες γενιές απογόνων, αν εγκατασταθεί σήμερα στη Νιγηρία, για παράδειγμα. Κάθε διαφορά, λοιπόν, ανάμεσα σε φυλές είναι διαφορά ανάμεσα σε συμφέροντα και όχι σε αίματα. Ο εθνικισμός είναι πολιτιστικό δεδομένο. Στηρίζεται στη διαφορετικότητα των πολιτισμών ή μάλλον στην ιεράρχηση των πολιτισμών, αν δεχτούμε πως θα ήταν δυνατό να υπάρξει μια τέτοια ιεράρχηση, πράγμα που ο μεγάλος εθνολόγος και δημιουργός του δομισμού (στρουχτουραλισμού) Λεβί-Στρός το απορρίπτει με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Δεν υπάρχει ανώτερος και κατώτερος πολιτισμός, λέει ο Λεβί-Στρος. Κάθε πολιτισμός υπάρχει «καθ’ εαυτόν και διά τον εαυτό του», όπως θα έλεγαν οι υπαρξιστές. Μόνο η τερατώδης αλαζονεία του αποικιοκράτη ευρωπαίου θα κάνει τον ευρωπαϊκό πολιτισμό μέτρο σύγκρισης για όλους τους άλλους. Γιατί οι ινδιάνοι της Αμερικής να μη βλέπουν σαν κατώτερο του δικού τους τον εξοντωτικό ευρωπαϊκό πολιτισμό που τους καθυπόταξε; Και τι θα μπορούσε να σημαίνει η νοσταλγία του «πολιτισμένου» για το «χαμένο παράδεισο», αν όχι μια αναγνώριση της αξίας πολιτισμών που δε μοιάζουν με το δικό του; Ο αναρχισμός πριν απ’ όλα είναι μια αποδοχή της ετερότητας, ένας σεβασμός του διαφορετικού, μια συνεργασία με το «όλως άλλο», όπως θα έλεγε ο Κροπότκιν. Ο αναρχισμός, δίνοντας έμφαση στην αυτοκαθοριζόμενη προσωπικότητα, είναι φυσικό να απεχθάνεται κάθε αγελαία συμπεριφορά ακόμα και την εθνικιστική, πολύ περισσότερο τη ρατσιστική. Ωστόσο, κάθε τόσο εμφανίζονται αγέλες «αναρχικών». Βέβαια, δεν πρόκειται για κλασικού τύπου αναρχικούς, αλλά για «αναρχοαυτόνομους», που είναι το ακριβώς αντίθετο των αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι εξόχως κοινωνικοποιημένα άτομα. Κύριος στόχος τους είναι η δημιουργία μιας όσο το δυνατόν πιο φυσικής κοινωνίας, χωρίς καταναγκασμούς και καταπίεση. Οι αναρχοαυτόνομοι, αντίθετα, είναι τέρατα εγωισμού, επιδεικτικά εχθρικοί όχι μόνο προς τον αντιφρονούντα, αλλά και προς τον ομοϊδεάτη τους. Είναι αυτοί ακριβώς που γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το αναρχικό κίνημα, με την ίδια περίπου έννοια που οι γραφειοκράτες κομμουνιστές γελοιοποιούν σταθερά και μόνιμα το κομμουνιστικό κίνημα. Βασίλης Ραφαηλίδης, Η μεγάλη περιπέτεια του Μαρξισμού